ΝΕΜΕΑ | ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ | τεύχος 5

Την αποκαλούν Τοσκάνη της Ελλάδας. Άλλοι μιλούν για δυναμικό που θα μπορούσε να τη μετατρέψει σε Νapa Valley. Υπερβολές; Ενδεχομένως. Το σίγουρο είναι ότι η Νεμέα, μία από τις δύο πιο σημαντικές Ονομασίες Προέλευσης (ΠΟΠ Νεμέα) κόκκινου κρασιού της Ελλάδας και η μεγαλύτερη σε όγκο παραγωγής κρασιού της χώρας, διαθέτει τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να τη μετατρέψουν σε δυναμική οινοτουριστική περιοχή. Ένα μαγευτικό τοπίο όπου οι αμπελώνες μπλέκονται με τα κυπαρίσσια και τις ελιές, αρχαία μνημεία που μαρτυρούν την ιστορία των 2.500 χρόνων και ένας αμπελώνας που χαρίζει κρασιά αξιώσεων από παραγωγούς με εμπειρία και γνώση. Βασιλιάς αναμφισβήτητα το Αγιωργίτικο, μια ποικιλία με ρίζες στην αρχαιότητα, η σύγχρονη ονομασία της οποίας προέρχεται από τον Άγιο Γεώργιο, την ονομασία της Νεμέας επί Τουρκοκρατίας. Μια πολυδύναμη ποικιλία η οποία χαρίζει ευρεία γκάμα κρασιών από ελαφριά ροζέ έως κόκκινα με βαθύ έντονο χρώμα, ξηρά αλλά και γλυκά. Όπως μας λέει ο Γιώργος Παλυβός, γέννημα-θρέμμα της Νεμέας, ένας άνθρωπος με πάθος για τη γη, «η ζωή μας και η ψυχή μας είναι το Αγιωργίτικο». Στην περιοχή όμως καλλιεργούνται και πολλές διεθνείς ποικιλίες, ερυθρές και λευκές, με κυρίαρχη το Cabernet Sauvignon, το οποίο φαίνεται να αγαπά ιδιαίτερα την πελοποννησιακή γη.

Η επίσκεψη στη Νεμέα αποκλείεται να αφήσει τον επισκέπτη ασυγκίνητο. Ακόμη και μια υγρή, παγωμένη ημέρα του χειμώνα, όταν τα πάντα είναι λίγο υποτονικά, σαν να βρίσκονται σε χειμερία νάρκη, η περιοχή μάς αποκαλύπτει την ομορφιά της. Οι ρυθμοί είναι αργοί, αμπέλια και παραγωγοί ξεκουράζονται μετά την ένταση των προηγούμενων μηνών και ετοιμάζονται να υποδεχτούν την άνοιξη και τα νέα τους κρασιά. Σε κάποιους αμπελώνες έχει ήδη ξεκινήσει το χειμερινό κλάδεμα. Ορισμένα οινοποιεία της περιοχής εκμεταλλεύονται αυτή την περίοδο για να κάνουν κάποιες εργασίες και έτσι παραμένουν για λίγο κλειστά για τους επισκέπτες. Μία από τις πρώτες ζώνες που χάραξε τους Δρόμους του Κρασιού, η Νεμέα καλωσορίζει κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες, Έλληνες και ξένους, που έρχονται εδώ για να θαυμάσουν από κοντά τον αρχαιολογικό χώρο, τον Ναό του Δία, το Αρχαίο Στάδιο και το εξαιρετικό μουσείο, αλλά και για να γευτούν τα κρασιά της περιοχής. Η μικρή απόσταση, άλλωστε, που τη χωρίζει από την Αθήνα –μόλις μιάμιση ώρα δρόμος–  αποτελεί ένα από τα τεράστια πλεονεκτήματα της Νεμέας.

Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμη προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη της περιοχής όπως θα της άξιζε. Oι προτάσεις είναι λίγες για έναν τόπο που θα μπορούσε να προσφέρει γαστρονομικές εμπειρίες υψηλού επιπέδου, συνοδευόμενες από τα εξαιρετικά κρασιά που παράγονται εδώ, καθώς και ξενώνες που θα καθιστούσαν πραγματικό προορισμό τη Νεμέα. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ καθημερινά αναγνωρίζουν το μεγάλο δυναμικό της περιοχής τους, παραδέχονται όμως και οι ίδιοι ότι υπάρχουν σημαντικά δομικά προβλήματα. «Το θέμα είναι να αντιληφθεί και ο υπόλοιπος κόσμος της περιοχής τι σημαίνει κρασί και οινοτουρισμός. Ο αμπελουργός, για παράδειγμα, δεν βάζει τίποτα στην τσέπη από την προστιθέμενη αξία αυτού που παράγει», υπογραμμίζει ο κ. Παλυβός. «Έχουμε και εμείς ευθύνες ως οινοποιοί», μας εξηγεί ο οινολόγος Γιάννης Παρασκευόπουλος της Γαία Οινοποιητικής, αναφερόμενος στο ζήτημα που υπάρχει ως προς την αμπελουργία. «Οι οινοποιοί δεν φροντίσαμε ώστε να μη σταματά η σχέση του αμπελουργού με το σταφύλι με την πώλησή του. Δυστυχώς, δεν έχουμε καταφέρει να τους κάνουμε κοινωνούς της επόμενης φάσης». Σε κάθε περίπτωση, όλοι παραδέχονται ότι οι βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη της περιοχής της Νεμέας έχουν τεθεί, οι προϋποθέσεις υπάρχουν, σήμερα παράγονται μεγάλα κρασιά με δυναμικό παλαίωσης. Θαύματα δεν γίνονται, αλλά η συστηματική δουλειά και η συνεργασία μπορούν τελικά να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το Grape, πάντως, διαπίστωσε από κοντά την ομορφιά του τοπίου, γεύτηκε εξαιρετικά κρασιά, μίλησε με τους ανθρώπους της Νεμέας και κατάλαβε από πρώτο χέρι γιατί η περιοχή αποτελεί το δυνατό χαρτί του ελληνικού αμπελώνα.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΣΕΜΕΛΗ

Χτισμένο σε υψόμετρο 660 μ., σε μια πλαγιά κατάφυτη από αμπέλια, το οινοποιείο Semeli Estate αποτελεί ένα από τα σημεία αναφοράς της αμπελουργικής ζώνης που εκτείνεται γύρω από το χωριό Κούτσι. Φτάνοντας στην κορυφή της πλαγιάς, συναντάμε το κτίριο του σύγχρονου οινοποιείου, ένα από τα πρώτα που έδωσαν έμφαση στον τομέα του οινοτουρισμού και σήμερα διαθέτει οκτώ ξενώνες και μεγάλη αίθουσα γευσιγνωσίας. Τα κρασιά του οινοποιείου παράγονται από σταφύλια που προέρχονται από ιδιόκτητους αμπελώνες ή αγοράζονται από αμπελουργούς που βρίσκονται στην ίδια κοινότητα, υπό την καθοδήγηση του οινολόγου Λεωνίδα Νασιάκου. Το οινοποιείο δίνει έμφαση στις τοπικές ποικιλίες, Αγιωργίτικο, Μοσχοφίλερο, Ροδίτη και Μαλαγουζιά, τις οποίες συχνά συνδυάζει με διεθνείς ποικιλίες που καλλιεργούνται τοπικά, όπως Cabernet Sauvignon, Μerlot, Syrah, Chardonnay, Sauvignon Blanc και Gewustraminer. Κορυφαία ετικέτα, ωστόσο, είναι το Νεμέα Reserve Σεμέλη, ένα κρασί με όλη τη γλύκα του Αγιωργίτικου και δυνατότητες παλαίωσης.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΓΑΙΑ

Λίγα μέτρα πιο κάτω στην πλαγιά βρίσκεται το οινοποιείο της Γαίας. Χτισμένο το 1997, στην καρδιά ιδιόκτητου αμπελώνα 70 στρεμμάτων που βρίσκεται σε υψόμετρο 550 μ., είναι ένα βιομηχανικό κτίριο με σύγχρονο εξοπλισμό, ο οποίος προσφέρει μεγάλες δυνατότητες παραγωγής κρασιών υψηλής ποιότητας. Επικεφαλής της ομάδας των οινολόγων είναι ο Γιάννης Παρασκευόπουλος. Με έμφαση στο Αγιωργίτικο, το οινοποιείο παράγει μια σειρά από ετικέτες που περιλαμβάνουν από κρασιά που εκφράζουν τη νεαρή έκφραση της ποικιλίας έως και κρασιά βαθιάς παλαίωσης. Εμβληματική ετικέτα αποτελεί το Κτήμα Γαία, κρασί που αποδεικνύει περίτρανα τις δυνατότητες παλαίωσης του Αγιωργίτικου.

ΚΤΗΜΑ ΔΡΥΟΠΗ

Σε υψόμετρο 380 μ., στην ίδια περιοχή, κοντά στο Κούτσι, βρίσκεται το τελευταίο απόκτημα του Γιάννη Τσέλεπου, το Κτήμα Δρυόπη. Μέσα στο κτήμα, 85 στρεμμάτων συνολικά, κατασκευάζεται ένα νέο οινοποιείο το οποίο θα καλύψει τις ανάγκες του κτήματος που προς το παρόν δεν είναι επισκέψιμο. Στο κτήμα εφαρμόζονται πρωτοποριακές μέθοδοι αμπελουργίας, αρχής γενομένης από την αναμπέλωση μεγάλου τμήματος με ειδικούς επιλεγμένους κλώνους. Κορυφαίες ετικέτες του κτήματος η Νεμέα Δρυόπη και η Δρυόπη reserve, δύο κρασιά από 100% Αγιωργίτικο.

ΚΤΗΜΑ ΝΕΜΕΙΟΝ

Πήρε το όνομά του από την Αρχαία Νεμέα. Βρίσκεται στην καρδιά της σύγχρονης Νεμέας, ένα λιτό κτίριο χτισμένο σε πέντε επίπεδα, χωρίς παράθυρα. Οι αμπελώνες του κτήματος είναι βιολογικής καλλιέργειας και βρίσκονται σε υψόμετρο μεταξύ 400 και 600 μ. Εμβληματικές ετικέτες, το Νεμέα Reserve και το Grand Reserve «Ηγεμών», εξαιρετικά κρασιά μακράς παλαίωσης τα οποία φέρουν την υπογραφή της οινολόγου Αρτέμιδος Κοκκινάκη.

ΚΤΗΜΑ ΧΑΡΛΑΥΤΗ

Κατεβαίνοντας στην κοιλάδα της Νεμέας, στην περιοχή Αχλαδιά συναντήσαμε τον βιολογικό αμπελώνα του Κτήματος Χαρλαύτη. Όπως μας εξήγησε ο Νίκος Χαρλαύτης ξεναγώντας μας σε ένα τμήμα του, ο αμπελώνας φυτεύτηκε το 1997 με Αγιωργίτικο και ακολούθησαν φυτεύσεις με διεθνείς ποικιλίες, με τελευταίο απόκτημα το Μalbec, την ποικιλία-σήμα κατατεθέν της Αργεντινής που είχαμε και την ευκαιρία να δοκιμάσουμε. Υπό την καθοδήγηση του οινολόγου Πάνου Ζουμπούλη και την επίβλεψη της οινολόγου Νίκης Νεγρεπόντη, το κτήμα παράγει ευρεία γκάμα κρασιών, κυρίως μονοποικιλιακών, με έμφαση βεβαίως στο Αγιωργίτικο. Ιδιαίτερη επιτυχία ωστόσο γνωρίζουν τα ροζέ του κτήματος, Πεταλούδες και Saumon, δύο μονοποικιλιακά από Shiraz και Cabernet Sauvignon αντίστοιχα. Τελευταία προσθήκη το Flamingo,  ένα χαρμάνι πέντε ποικιλιών (Μalbec, Αγιωργίτικο, Syrah, Λημνιώνα και Cabernet Sauvignon), το οποίο περνά και από βαρέλι.

ΚΤΗΜΑ ΠΑΛΥΒΟΥ

Κατευθυνόμενες προς την Αρχαία Νεμέα και το Κτήμα Παλυβού, συναντούσαμε διαρκώς μπροστά μας ταμπέλες από τα δεκάδες οινοποιεία που βρίσκονται στην περιοχή. Πού να πρωτοπάς και ποιον να πρωτοσυναντήσεις… Το βέβαιον είναι ότι μία επίσκεψη στην περιοχή δεν αρκεί. Στο Κτήμα Παλυβού, πάντως, μας περίμενε ο Γιώργος Παλυβός, ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη για τον τόπο καταγωγής του, ο οποίος μιλάει με πάθος για το Αγιωργίτικο και τις δυνατότητές του. Το οινοποιείο του, το οποίο χτίστηκε το 1995 ως συνέχεια του οικογενειακού αμπελώνα –που σήμερα καλύπτει 300 στρέμματα– ήταν από τα πρώτα που άνοιξαν τις πόρτες τους στους επισκέπτες και σήμερα υποδέχεται 20.000 τον χρόνο. Το κτήμα παράγει 11 ετικέτες που καλύπτουν όλη την γκάμα των κρασιών που παράγονται από Αγιωργίτικο, με την ετικέτα Κτήμα Παλυβού Νεμέα να αποτελεί ένα κλασικό, ποιοτικό δείγμα.

ΚΤΗΜΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

To οινοποιείο του Κτήματος Παπαϊωάννου βρίσκεται μέσα στην Αρχαία Νεμέα. Η φωτογραφία που κοσμεί την αίθουσα γευσιγνωσίας, ένα τμήμα του βιολογικού αμπελώνα με φόντο τον ναό του Δία, μας υπενθυμίζει αμέσως τις βαθιές ρίζες της οινοπαραγωγής στην περιοχή της Νεμέας. Στο Κτήμα Παπαϊωάννου το νέο παντρεύεται με την παράδοση, όπως μας εξηγεί ο Θανάσης Παπαϊωάννου, από τους πρώτους παραγωγούς της περιοχής που αντιλήφθηκε τις τεράστιες δυνατότητες του Αγιωργίτικου και από πολύ νωρίς –ήδη από τη δεκαετία του ’80– άρχισε να επενδύει σε νέες τεχνικές οινοποίησης και αμπελουργίας. Εδώ θα βρούμε μερικές από τις καλύτερες «Νεμέες», ετικέτες ιδιαίτερων αξιώσεων, όπως το Μικροκλίμα και το Τerroir, ενώ από τη μεγάλη γκάμα των κρασιών του κτήματος ξεχωρίζουμε κάποια μονοποικιλιακά από διεθνείς ποικιλίες, όπως το Petit Verdot και η πορτογαλική Turiga Νacional, που βρίσκεται σε πειραματικό στάδιο.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΛΑΦΑΖΑΝΗ

Στον δρόμο της επιστροφής πια, στην τοποθεσία Αρχαίες Κλεωνές συναντήσαμε το Οινοποιείο Λαφαζάνη. Περιστοιχισμένο από έναν ιδιόκτητο αμπελώνα 100 στρεμμάτων, το οινοποιείο είναι εξοπλισμένο με σύγχρονα μηχανήματα και είναι επισκέψιμο όλο τον χρόνο. Ανάμεσα στις ετικέτες του ξεχωρίσαμε τα δύο Αγιωργίτικα, το Νεμέα Αγιωργίτικο και το Αγιωργίτικο Λαφαζάνη, καθώς επίσης και τη Συλλογή Λαφαζάνη, ένα blend Aγιωργίτικου με Cabernet Sauvignon.

Γνωρίζετε ότι…

Η Νεμέα χωρίζεται σε τρεις διαφορετικές ζώνες, που ταξινομούνται με βάση το υψόμετρο. Ο διαχωρισμός δεν είναι ακόμη επίσημος, γίνονται όμως προσπάθειες προκειμένου αυτές οι ζώνες να κατοχυρωθούν και επισήμως.

– Η πρώτη ξεκινάει από την κοιλάδα της Νεμέας σε υψόμετρο 230 μ. και φτάνει τα 450 μ. Είναι η θερμότερη και έχει τα πλουσιότερα εδάφη. Τα σταφύλια εδώ ωριμάζουν γρηγορότερα και φτάνουν σε υψηλά επίπεδα ωρίμασης.

– Η δεύτερη ξεκινάει από τα 450 μ. και φτάνει έως τα 650 μ. Αμπελώνες χαμηλής στρεμματικής απόδοσης, δίνουν κρασιά με περισσότερο εκχύλισμα, ισορροπημένη οξύτητα και δυνατότητες παλαίωσης.

– Η τρίτη ζώνη φτάνει μέχρι τα 850 μ. Το κλίμα είναι αρκετά ψυχρό και εδώ παράγονται ροζέ κρασιά με υψηλή οξύτητα και έντονο φρουτώδη χαρακτήρα, τα οποία ωστόσο, ως ροζέ, δεν επιτρέπεται να φέρουν την ένδειξη ΠΟΠ.

 

Αγιωργίτικο:

Χρώμα: Βαθύ

Οξύτητα: Μέτρια, μαλακή

Αρώματα: Κόκκινα φρούτα, κεράσι, γλυκά μπαχάρια, καφές, σοκολάτα.

Στυλ: Φρουτώδες, πυκνό, πλούσιο

 

Έκταση αμπελώνα: 3.000 στρέμματα

Ετήσια παραγωγή: 220.000 εκατόλιτρα

Αριθμός οινοποιείων: 40

 

Θάλεια Καρτάλη – Πηνελόπη Κατσάτου

REIMS – EPERNAY FRANCE | CHAMPAGNE | τεύχος 4

Με ιστορία που συνδέεται με βασιλείς, τσάρους και αυτοκράτορες, αγαπημένο κρασί της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, συνδεδεμένη με σημαντικά χαρμόσυνα γεγονότα, άρρηκτα συνυφασμένη με την έννοια της γιορτής.  Ένα κρασί ιδιαίτερο, που προέκυψε… κατά λάθος μέσα στα κελάρια των αββαείων που δέσποζαν στην περιοχή της Champagne, εξαιτίας των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών κατά τη διάρκεια του χειμώνα, εξελίχθηκε σε σύμβολο πολυτέλειας στη Δύση. Ο πολύπλοκος και χρονοβόρος τρόπος παραγωγής της και, ένα εξαιρετικό μάρκετινγκ το οποίο χτίστηκε με μαεστρία από τους παραδοσιακούς μεγάλους οίκους στις αρχές του 19ου αιώνα και συνεχίζεται με τεράστια επιτυχία μέχρι τις μέρες μας, της χαρίζουν τον τίτλο της βασίλισσας ανάμεσα στους αφρώδεις οίνους. Μέσα σε κάθε μπουκάλι σαμπάνιας κρύβεται μια μακρά ιστορία και πολύς κόπος, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε από κοντά.  Δύο κρυφές πόλεις βρίσκονται κάτω από τη Reims και το Εpernay, στα δαιδαλώδη, υγρά, σκοτεινά και κρύα κελάρια, τα οποία εκτείνονται κατά χιλιόμετρα βαθιά μέσα στη γη. Εκεί η πολυτέλεια συναντά την παράδοση και δεκάδες εκατομμύρια μπουκάλια από το χρυσαφένιο κρασί ξεκουράζονται και αλλάζουν έως ότου κάνουν την εκρηκτική τους εμφάνιση. Στα καφέ της Reims και του Εpernay εξάλλου οι θαμώνες απολαμβάνουν από νωρίς ένα ποτήρι σαμπάνια αντί για καφέ, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς πολλών ότι… μια coupe ταιριάζει με όλες τις ώρες της ημέρας, ακόμη και με το πρωινό.

 

Mumm

Η εικόνα των πρωταθλητών της Formula 1 να λούζονται με τόνους σαμπάνιας Mumm είναι αυτή που έρχεται πρώτη στο μυαλό όταν ακούμε το όνομα του γνωστού οίκου. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού εκατομμύρια έχουν επενδυθεί στο μάρκετινγκ που τη συνοδεύει. Και μπορεί πλέον να μην έχει τη Formula 1 στο δυναμικό της, όμως τα ονόματα Usain Bolt, του νέου πρεσβευτή, ή του πρωταθλητή του σκι Kevin Rolland μάλλον είναι κάτι παραπάνω από αρκετά. Πίσω όμως από τη διαφήμιση και την προώθηση ενός προϊόντος που είναι brand κρύβεται σκληρή δουλειά και ιστορία.

Oι πρώτες σελίδες του ιστορικού Οίκου Mumm γράφτηκαν πριν το 1827, χρονιά της επίσημης ίδρυσής του, και περιλαμβάνουν βαρώνους και ιππότες που έχουν τις ρίζες τους στον 12ο αιώνα. Ήδη από το 1761 η οικογένεια είχε μια επιχείρηση που εμπορευόταν κρασιά με έδρα την Κολωνία. Με τη μορφή όμως που τη γνωρίζουμε σήμερα ιδρύθηκε το 1827, όπως και με το γνωστό μότο που την έκανε γνωστή: «Only the best». Το 1876 ο Georges Hermann Mumm έκανε μια κίνηση που άλλαξε τη μοίρα του οίκου. Στόλισε το μπουκάλι της σαμπάνιας με μια κόκκινη κορδέλα για τους επιφανείς πελάτες του, όμοια με αυτήν που συναντάμε στη Λεγεώνα της Τιμής. Η κίνηση αυτή ανέδειξε τη Mumm πρεσβευτή του διάσημου ποτού στο μυαλό όλων. Σήμερα, η Mumm είναι κομμάτι της Martell Mumm Perrier-Jouët, του Pernod Ricard, εκπροσώπου των περίφημων κονιάκ και της σαμπάνιας, νούμερο 2 παγκοσμίως σε κρασιά και οινοπνευματώδη. Και το «σπίτι» της στη Reims είναι εντυπωσιακό. 25.000.000 μπουκάλια ξεκουράζονται στις στοές μήκους 25 χιλιομέτρων, δηλαδή 1 εκατομμύριο μπουκάλια ανά χιλιόμετρο. Στα κελάρια, που θυμίζουν λαβύρινθο, έχει δημιουργηθεί μια μικρή πόλη όπου κάθε δρόμος έχει και διαφορετικό όνομα. Οι υπόγειες στοές καταλήγουν σε ένα εξαιρετικό μουσείο μηχανημάτων παραγωγής σαμπάνιας, που μας μετέφερε σε άλλη εποχή.

MUMM CORDON ROUGE: Ανοιχτόχρωμη, με φίνες φυσαλίδες και νότες από ροδάκινα και βερίκοκα, λίτσι και ανανά, βανίλια, καραμέλα, που σε συνδυασμό με ξηρά φρούτα και μέλι την κάνουν ιδιαίτερη. Φρέσκια και με μακρά επίγευση.

MUMM ROSÉ: Με χρώμα ροζ του σολομού και ελαφριές πορτοκαλί ανταύγειες, έχει την ίδια αίσθηση του χρώματος και στο στόμα. Με ροζ γκρέιπφρουτ, φράουλα, κεράσι και berries, κουβαλά τα φρούτα του δάσους τα οποία δένουν αρμονικά με τα δευτερογενή αρώματα καραμελωμένης βανίλιας.

MUMM DEMI-SEC: Mε βαθύ κίτρινο-χρυσό χρώμα και αρώματα από ροδάκινο, αχλάδι μαρμελάδα, αλλά και μέλι και αποξηραμένα φρούτα. Στο στόμα στρογγυλή, απαλή και γλυκιά ταυτόχρονα, αφήνει μια αίσθηση φρεσκάδας στο τελείωμα. Μετά από πολλά χρόνια παλαίωσης στο κελάρι, τα αποξηραμένα φρούτα γίνονται ακόμα πιο έντονα.

Address: 34 Rue du Champ de Mars, 51100 Reims Phone: +33 3 26 49 59 70 Website: http://www.ghmumm.com

Moët & Chandon

Ίσως η πιο αναγνωρίσιμη ετικέτα σαμπάνιας στον κόσμο, και όχι τυχαία. Το «σπίτι» της στο Epernay είναι ο ορισμός της πολυτέλειας. Η σύμπραξη με τον Οίκο Luis Vuitton το 1987 –είχε προηγηθεί η συγχώνευση της. Moët & Chandon με τη Hennessy το 1971– δείχνει ότι πρόκειται για ένα τεράστιο brand που εκμεταλλεύεται την παράδοση, αλλά πατάει πολύ γερά τα πόδια του στο σήμερα, καθώς διαχειρίζεται μια σειρά από τα καλύτερα οινοποιεία-αποστακτήρια σε όλο τον κόσμο. *

Η πολυτέλεια αναπαύεται στα μεγαλύτερα σε μήκος κελάρια του Epernay –28 χιλιόμετρα– και βάθους από 10 έως 30 μέτρα, με σταθερή θερμοκρασία περίπου 10 βαθμών και με υγρασία που τρυπάει κόκαλα. Εκεί το φρούτο μετατρέπεται σε σαμπάνια, ακολουθώντας όλα τα σωστά βήματα παραδοσιακής μεθόδου. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που συναντήσαμε κατά την επίσκεψή μας στον διάσημο οίκο είναι η σκληρή δουλειά που κρύβεται πίσω από τη διατήρηση της γευστικής ταυτότητας της σαμπάνιας. Μια πολυμελής ομάδα, υπό τον

Chef de Cave, Benoît Gouez, δοκιμάζει, δοκιμάζει και δοκιμάζει για ατελείωτες ώρες, μέχρι να βεβαιωθεί ότι το χαρμάνι από τις διαφορετικές ποικιλίες, αμπελοτόπια και χρονιές ακολουθεί γευστικά την έως σήμερα επιτυχημένη συνταγή. Και με δικά του λόγια, «καταφέρνει να αναδείξει με τον καλύτερο τρόπο τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά των γεύσεων της περιοχής της Καμπανίας». H Moët & Chandon ιδρύθηκε το 1743. Στο τέλος του 18ου αιώνα, ο Jean-Remy Moët, εγγονός του ιδρυτή Claude Moët –για τον οποίο συνήθιζαν να λένε ότι «όπως και η σαμπάνια του, έτσι και ο ίδιος κάθε φορά που μπαίνει σε ένα δωμάτιο η βαρεμάρα εξαφανίζεται»–, έγινε ο άνθρωπος που σύστησε τη σαμπάνια στον κόσμο. Φανατικός θαυμαστής της Moët & Chandon ήταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης, προς τιμήν του οποίου η σημαία του οίκου Moët Imperial πήρε το όνομά της. Συχνός επισκέπτης του οίκου στο Epernay, τίμησε τον ιδρυτή με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής, ενώ λέγεται ότι τα στρατεύματά του καθιέρωσαν το άνοιγμα του μπουκαλιού με το σπαθί.

Η Moët & Chandon , όμως, είχε και άλλη μία φανατική θαυμάστρια, η οποία τη βοήθησε να χτίσει τον μύθο της. Η Μαρκησία ντε Πομπαντούρ,  ερωμένη του Λουδοβίκου, μία από τις ισχυρότερες γυναίκες της εποχής της, προώθησε φανατικά τη σαμπάνια στις βασιλικές αυλές της Ευρώπης. Η λατρεία της για τη. H Moët & Chandon ήταν δε τόσο μεγάλη, που συνήθιζε να λέει ότι «η σαμπάνια είναι το μοναδικό κρασί στον κόσμο που κάνει τις γυναίκες όμορφες». Η ιστορική σαμπάνια, επίσης, υπερηφανεύεται ότι είναι αυτή που καθιέρωσε οτιδήποτε συμβολικά εορταστικό έχουμε συναντήσει. Από το σπάσιμο του μπουκαλιού στην καθέλκυση των πλοίων και το λούσιμο των πρωταθλητών αγώνων ταχύτητας έως τις πυραμίδες από ποτήρια όπου συνηθίζει να ρέει στα μεγάλα πάρτι του Χόλιγουντ και όχι μόνο.

Imperial Moët & Chandon

 Γεννημένη το 1849, η Imperial έχει δημιουργηθεί από περίπου 100 διαφορετικά κρασιά, εκ των οποίων 20-30% από προηγούμενες σοδειές. Στη μύτη, πράσινο μήλο και λευκά λουλούδια συνδυάζονται με μπριός και φρέσκα καρύδια, ενώ το στόμα είναι γεμάτο από λευκόσαρκα φρούτα, όπως αχλάδι, ροδάκινο και μήλο. Ωριμάζει 24 μήνες και ταιριάζει ιδανικά με λευκό ψάρι, σούσι, παγωτό βανίλια, λευκά κρέατα και τυριά.

Moët & Chandon 2008 extra brut

  Chardonnay: 40% Pinot Noir: 37% Meunier: 23% Dosage: 5 g/litre

Το 2008 ήταν σίγουρα πολύ καλή χρονιά, αν κρίνουμε από αυτή τη σαμπάνια. Κιτρινοπράσινες ανταύγειες και αρώματα από ξύσμα πορτοκαλιού, μέλι και ακακία, πράσινη τομάτα και άνηθος σε συνδυασμό με ροδάκινο και νεκταρίνι ανακατεύονται με γαλακτοκομικά, μάρτσιπαν και βανίλια με μία υποψία πιπεριού. Ταιριάζει ιδανικά με θαλασσινά ή ριζότο. 

MOËT ROSÉ IMPÉRIAL   Pinot Noir: 40-50%, από το οποίο 10% κόκκινο κρασί Pinot Meunier: 30-40%, από το οποίο 10% κόκκινο κρασί Chardonnay: 10-20%

Ροζέ ανταύγειες, που περικλείουν έντονα αρώματα από κόκκινα φρούτα, όπως φράουλα, κεράσι και μούρα, με ανθικές νότες από τριαντάφυλλο και λίγο πιπέρι. Στο στόμα κυριαρχούν τα κόκκινα φρούτα με λίγο ροδάκινο και νότες από μέντα. Ταιριάζει ιδανικά με κόκκινο κρέας, πάπια, κυνήγι, κατσικίσια τυριά, φρέσκα κόκκινα φρούτα, ελιές και καυτερά πιάτα.

Champagne Taittinger 

Μετά από σύντομο περπάτημα δίπλα στο ποτάμι που διασχίζει τη Reims, οδηγηθήκαμε μπροστά σε μία ακόμη επιβλητική καγκελόπορτα, αυτή τη φορά με το οικόσημο της Taittinger. Πρόκειται για έναν από τους πιο παραδοσιακούς οίκους της περιοχής, που ιδρύθηκε το 1932 από τον Pierre Charles Τaittinger και σήμερα εξακολουθεί να διοικείται από τον εγγονό του ιδρυτή του και τους απογόνους του. Και εδώ, όπως άλλωστε και σε όλους τους μεγάλους οίκους που επισκεφτήκαμε, νιώθει κανείς τη σκιά της  ιστορίας που χαρακτηρίζει όλη την περιοχή της Champagne. Τέσσερα χιλιόμετρα υπόγειες σήραγγες στο επισκέψιμο παραδοσιακό κελάρι, άλλα 10 χιλιόμετρα στο πιο σύγχρονο, που δεν είναι ανοιχτό στο κοινό, φιλοξενούν συνολικά 26 εκατομμύρια φιάλες. Μέσα στο σκοτάδι διακρίνει κανείς ανάγλυφα σχέδια στους τοίχους, σκαλισμένα από στρατιώτες που νοσηλεύτηκαν όταν τα κελάρια  λειτούργησαν και ως νοσοκομείο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα τμήμα από τα αρχικά κελάρια, που ανήκαν στο αββαείο του Saint Nicaise, το οποίο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης έχει επίσης διασωθεί. Μακριά από το άγγιγμα των επισκεπτών και κάτω από το βλέμμα του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή (προστάτη των κελαριών) φυλάσσονται οι φιάλες της Comtes de Champagne, της ναυαρχίδας του Οίκου Taittinger, που παλαιώνει σε ειδικές φιάλες magnum για 10 χρόνια προτού περάσει από τη διαδικασία του ρεμουάζ (riddling). Πρόκειται για σπάνιες σαμπάνιες που παράγονται μόνο από τις καλύτερες χρονιές και τις καλύτερες παρτίδες κρασιού. Μπορεί να μην είχαμε την ευκαιρία να γευτούμε τη συγκεκριμένη σαμπάνια, όμως κι εκείνες που δοκιμάσαμε δεν μας άφησαν ανικανοποίητες. Ξεχωρίσαμε την Τaittinger Millesime 2009, μια vintage σαμπάνια  αποτελούμενη από 50% Chardonnay Grands Crus και 50% Pinot Noir Grands Crus. Φίνα, με πολύπλοκο χαρακτήρα και αρώματα αχλαδιού, λευκών λουλουδιών και αποξηραμένων φρούτων. Επίσης, την Τaittinger Prelude Grand Cru, η οποία μετά από πέντε χρόνια παλαίωσης είχε μια εξαιρετικά φρέσκια αίσθηση τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα.

Champagne Pommery 

  • Λίγα μέτρα πιο κάτω, σε απόσταση αναπνοής, βρίσκεται o Οίκος  Pommery. Mε επίσης μακρά παράδοση, ανήκει σήμερα στην εταιρεία Vranken-Pommery Monopole, διατηρεί όμως τον ιστορικό του χαρακτήρα, όπως διαπιστώσαμε με την άφιξή μας εκεί. Μια πέτρινη σκάλα, αποτελούμενη από 116 σκαλοπάτια, μας οδήγησε στα κελάρια που βρίσκονται 30 μέτρα κάτω από τη γη και στα περίφημα «crayeres», τα οποία κατασκεύασαν οι αρχιτέκτονες υπό την αυστηρή επίβλεψη της Mme Pommery. Άλλη μία χήρα (veuve), μετά τη Veuve Cliquot, η οποία τον 19ο αιώνα, μετά τον θάνατο του συζύγου της, αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική της ιστορία στην περιοχή της Champagne, κατασκευάζοντας χιλιόμετρα σήραγγας και δίνοντας στα κελάρια της τις ονομασίες των πόλεων στις οποίες εξήγε τη σαμπάνια της. Επιθυμώντας ένα στυλ σαμπάνιας πολύ πιο ξηρό από εκείνο που παρήγαν άλλοι οίκοι την εποχή εκείνη, το 1874 η Pommery διοχέτευσε στην αγορά την πρώτη vintage brut σαμπάνια της ιστορίας. Σήμερα, φυλάσσονται ακόμη στα κελάρια  φιάλες από εκείνη τη χρονιά! Μέσα στις υπόγειες στοές, οι οποίες λειτουργούν και ως εκθεσιακοί χώροι διατηρώντας τη στενή σχέση που είχε και η Louise Pommery με τις τέχνες, επικρατεί σταθερά θερμοκρασία 10 βαθμών και υγρασία που κυμαίνεται μεταξύ 95% και 98%, συνθήκες ιδανικές για την παλαίωση των κρασιών. Εμβληματική ετικέτα του οίκου η Cuvée Louise, μια σαμπάνια εξαιρετικά φίνα, την οποία εκτιμούν εξίσου κριτικοί οίνου και καταναλωτές. Η δική μας γευστική δοκιμή περιορίστηκε στην απλή brut natural, non vintage Champagne Pommery.

Champagne Bollinger 

Η ξενάγησή μας στον διάσημο οίκο, ο οποίος βρίσκεται στο χωριό Ay, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Epernay, ξεκίνησε από το ιστορικό αμπελοτόπι που βρίσκεται πίσω ακριβώς από το κεντρικό κτίριο όπου στεγάζονται τα γραφεία, στη μέση του μικρού χωριού, περιτριγυρισμένο από παραδοσιακά κτίρια. Το Vielles Vignes Francaises είναι ακριβώς αυτό που λέει το όνομά του, ένα από τα πιο παλιά –αν όχι το πιο παλιό– αμπελοτόπια Pinot Noir, το οποίο δεν προσβλήθηκε ποτέ από φυλλοξήρα. Η σαμπάνια που παράγει, μια Βlanc de Νoir με την ονομασία του αμπελώνα, κυκλοφορεί μόνο σε 2.000 φιάλες και αποτελεί το καμάρι του οίκου. Ενός οίκου ο οποίος υπερηφανεύεται για το γεγονός ότι έχει στην ιδιοκτησία του 167 εκτάρια αμπελώνα, από τα οποία συγκεντρώνει το 75% των σταφυλιών που χρησιμοποιεί, πράγμα σπάνιο για την περιοχή της  Champagne, όπου οι περισσότεροι μεγάλοι οίκοι προμηθεύονται σταφύλια από ανεξάρτητους αμπελοκαλλιεργητές.

Περνώντας από το αμπελοτόπι, που είναι φυσικά χαρακτηρισμένο grand cru, βρεθήκαμε στην αυλή της κατοικίας άλλης μιας μεγάλης κυρίας της Champagne, της Lily Bollinger, η οποία εξακολούθησε να ζει εκεί, έχοντας αναλάβει τα ηνία του οίκου, μετά τον θάνατο του συζύγου της στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα η Bollinger εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια της ίδιας οικογένειας, η οποία συνεχίζει μια παράδοση που ξεκίνησε το 1829. Μπαίνοντας στα κελάρια, βρεθήκαμε μπροστά σε μια εικόνα που μέχρι τώρα δεν είχαμε συναντήσει. Εκατοντάδες βαρέλια στα οποία παλαιώνει το κρασί βάσης, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το οποίο διαφοροποιεί τη Βollinger από τις υπόλοιπες σαμπάνιες και της χαρίζει ιδιαίτερα αρώματα και πολυπλοκότητα. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους οίκους, η Bollinger δίνει περισσότερη έμφαση στην παραγωγή non vintage σαμπάνιας, χρησιμοποιώντας ωστόσο τεχνικές οινοποίησης που δημιουργούν υψηλής ποιότητας κρασιά βάσης, μερικά από τα οποία παλαιώνουν ακόμη και 15 χρόνια πριν προστεθούν στα blends. Μέσα στα κελάρια αυτά φυλάσσονται 75.000 magnum φιάλες με reserve κρασιά, τα οποία χρησιμοποιούνται στα blends και μάλιστα σφραγίζονται με φελλό, σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των μεταλλικών πωμάτων. Περίπου 3.500 βαρέλια πέντε ετών, τα οποία προμηθεύονται από τους οινοποιούς στη Βουργουνδία, βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα κελάρια και χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά στάδια της οινοποίησης. Για τις vintage σαμπάνιες χρησιμοποιείται ο όρος «Grande Année». Άλλη ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου οίκου είναι η παραγωγή της Bollinger R.D., μιας vintage σαμπάνιας η οποία παραμένει σε επαφή με την οινολάσπη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και χαρακτηρίζεται late discorged. Η περιήγησή μας στην Bollinger, πάντως, μας χάρισε και μια είδηση: Η επόμενη Grand Année θα είναι το 2014! Θα αργήσουμε ωστόσο πολύ να τη δούμε, αφού για τα επόμενα 10 χρόνια θα παλαιώνει στα κελάρια…

Special Cuvée: non vintage σαμπάνια που αποτελεί τη βασική σαμπάνια του οίκου, αποτέλεσμα ενός blend στο οποίο συμμετέχουν κρασιά που έχουν παλαιώσει για 15 χρόνια σε magnum φιάλες μέσα στα κελάρια. Με αρώματα ώριμων φρούτων και brioche, η σαμπάνια αυτή συνοδεύει τέλεια οποιοδήποτε ψάρι, οστρακοειδή, κοτόπουλο και λευκό κρέας.

La Grande Année 2005: vintage σαμπάνια με μεγάλη πολυπλοκότητα στη μύτη και στο στόμα, και αρώματα μελιού, gingerbread και κανέλας, η οποία συνοδεύει τέλεια foie gras, ψάρι σχάρας, αστακό, καθώς και ψητό αρνί ή μοσχάρι.

Bollinger Rosé: Μια υπέροχη ροζέ σαμπάνια στην οποία αναγνωρίσαμε τα αρώματα των κόκκινων φρούτων που χαρακτηρίζουν το Pinot Noir και η οποία θα συνόδευε ιδανικά σολομό, αστακό, ασιατική και ιαπωνική κουζίνα.

«Πίνω τη σαμπάνια μου όταν είμαι χαρούμενη και όταν είμαι θλιμμένη, καμιά φορά και όταν είμαι μόνη. Όταν έχω παρέα, το θεωρώ υποχρεωτικό. Τη σιγοπίνω όταν δεν πεινώ και την πίνω όταν πεινώ. Αλλιώς, δεν την αγγίζω, παρά μόνο όταν διψάω.»

Lily Bollinger

 

Θάλεια Καρτάλη – Πηνελόπη Κατσάτου

CALIFORNIA | TRAVEL USA | τεύχος 3

Tην έχουν αποκαλέσει «Disneyland του κρασιού». Ο χαρακτηρισμός σαφώς την αδικεί, αν και πραγματικά η Napa Valley είναι η χαρά κάθε λάτρη του κρασιού. Και όχι μόνο. Δεν είναι ανάγκη να συγκαταλέγεται κανείς στους γνώστες για να καταλάβει τη μαγεία αυτής της υπέροχης κοιλάδας της Καλιφόρνιας, η οποία μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, χάρη κυρίως στις προσπάθειες του θρυλικού πλέον Ρόμπερτ Μοντάβι, κατάφερε να αναδειχθεί σε μία απο τις πιο σημαντικές οινοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου. Όσοι λατρεύουν την υψηλή γαστρονομία βρίσκουν εδώ τον παράδεισό τους, καθώς η Νάπα διαθέτει τα περισσότερα βραβευμένα με αστέρια Michelin εστιατόρια ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.

Yψηλή γαστρονομία, λοιπόν, υπέροχα κρασιά και όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον απίστευτα φιλικό, με τη γνωστή απλότητα που χαρακτηρίζει τους Αμερικανούς. Εδώ δεν συναντά κανείς ύφος χιλίων καρδιναλίων ούτε διάθεση επίδειξης γνώσεων γύρω από το κρασί και τη γαστρονομια. Αντιθέτως, μια διάθεση ανοιχτή σε όλους, γνώστες και μη, μυημένους ή όχι στον κόσμο του κρασιού. To τοπίο θυμίζει σε πολλά σημεία Ελλάδα. Με μια μεγάλη διαφορά. Όπου και να γυρίσει κανείς το βλέμμα του, πουθενά δεν θα αντικρίσει την παραμικρή ασχήμια. Τα πάντα είναι περιποιημένα, προσεγμένα μέχρι την παραμικρή τους λεπτομέρεια, στημένα έτσι ώστε να ικανοποιούν όλες τις αισθήσεις του επισκέπτη. Η St Helena  Highway, ο βασικός οδικός άξονας της περιοχής, γύρω από τον οποίο  απλώνονται χιλιόμετρα αμπελώνων, περνά μέσα από μικρές πόλεις, όπως η Oakville, το Rutherford, η Υοuntville. Παντού συναντά κανείς υπέροχα μικρά μαγαζάκια, καφέ, εστιατόρια, ακόμη και τα βενζινάδικα είναι σαν βγαλμένα απο σκηνικό…

Arista Winery

Έχοντας επιλέξει να μείνουμε στη Sonoma, γειτονική στη Napa  περιοχή, η οποία, αν και λιγότερο διάσημη, παράγει επίσης εξαιρετικά κρασιά, είχαμε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε  αμπελώνες και οινοποιεία που παράγουν κυρίως Pinot Noir και Riesling. Το Arista, ένα boutique οινοποιείο το οποίο παράγει εξαιρετικά Pinot Noir, ήταν ο πρώτος μας σταθμός φτάνοντας απογευματάκι στη Sonoma. Ένα ξύλινο χαμηλό κτίριο, περιτριγυρισμένο από έναν υπέροχο ιαπωνικό κήπο, το τέλειο σκηνικό για την πρώτη γευστική δοκιμή, η οποία περιλάμβανε τέσσερα κρασιά. Ξεκινήσαμε με ένα Riesling, δοκιμάσαμε δύο εξαιρετικά Pinot Noir και ολοκληρώσαμε με ένα Zinfandel, την τοπική ποικιλία της Καλιφόρνιας.

Ridge Vineyards

Το πρώτο οινοποιείο της ιστορικής εταιρείας Ridge Vineyards βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μ., σε απόσταση μόλις 10 χιλιομέτρων από το Cupertino της Silicon Valley, και οφείλει την ονομασία του στην κορυφογραμμή του Monte Bello (Ridge = κορυφογραμμή). Εμείς όμως βρισκόμαστε στη Sonoma και έτσι επισκεφτήκαμε το δεύτερο και βορειότερο οινοποιείο Ridge στα Lytton Springs, το οποίο αγοράστηκε από τη Ridge το 1991. Το οινοποιείο είναι χτισμένο με στρώματα άχυρου και με άργιλο από τον αμπελώνα, ενώ λειτουργεί κυρίως με ηλιακή ενέργεια, ακολουθώντας ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Στα Lytton Springs, η Ridge εξειδικεύεται στην παραγωγή αξέχαστων κρασιών από Zinfandel. Δουλεύοντας με πολύ παλιά αμπέλια της παρεξηγημένης μέχρι τότε ποικιλίας, ο 80χρονος σήμερα Paul Draper, ένας ζωντανός θρύλος του αμερικανικού κρασιού και οινοποιός της Ridge από το 1969, κατάφερε να δημιουργήσει πραγματικά αριστουργήματα από Zinfandel με τη γνωστή «hands-off» προσέγγιση που τον έκανε διάσημο. Βέβαια η ετικέτα «Monte Bello Cabernet Sauvignon» από την εκμετάλλευση του Monte Bello αποτελεί μέχρι και σήμερα τη σημαία της Ridge καθώς ‒πέραν της αναμφισβήτητης αξίας του‒ η εσοδεία του 1971 έλαβε εξαιρετικές κριτικές στη Γευστική Δοκιμή του 1976 στο Παρίσι.

 

Kendall-Jackson

Οκτώ χιλιόμετρα βόρεια της Santa Rosa βρίσκεται το tasting room Kendall-Jackson, ενός από τα μεγαλύτερα οινοποιεία των ΗΠΑ, το οποίο όμως ‒παρά το μέγεθός του‒ φέρει κουλτούρα μικρού παραγωγού. Το 1974 ένας δικηγόρος από το Σαν Φρανσίσκο, ονόματι Jess Jackson, και η γυναίκα του Jane Kendall μετέτρεψαν ένα χωράφι 320 στρεμμάτων με αχλαδιές και καρυδιές σε αμπελώνα. Φυσικά, δεν πείραξαν τα δέντρα και έτσι σταφύλια, αχλάδια και καρύδια αλλά και κάθε είδους λαχανικά, βότανα και φρούτα καλλιεργούνται και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για την τροφοδοσία του οινοποιείου. Καθώς αυτή ήταν η τελευταία στάση μας για εκείνη την ημέρα, επιλέξαμε γευσιγνωσία των κρασιών με συνοδεία φαγητού με φρέσκες πρώτες ύλες από τον κήπο. Ο σεφ ξεκίνησε σερβίροντάς μας το ταίριασμα για τα δύο πρώτα κρασιά: για το Sauvignon Blanc ένα μικρό ποτηράκι με φάβα βελουτέ με λεμονοχυμό και ελαιόλαδο, και για το Chardonnay μια βάση ζύμης με τυρί κρέμα και αυγοτάραχο. Πιο παχύ κρασί, πιο παχύ ταίριασμα! Συνεχίζουμε με το ταίριασμα για τα κόκκινα: καπνιστό ζαμπόν και τυρί Carmody για το Pinot Noir, ενώ τα Syrah και Cabernet Sauvignon, που έχουν πιο γεμάτο σώμα και έντονη προσωπικότητα, συνδυάστηκαν αντίστοιχα με ψιλοκομμένη χοιρινή πανσέτα με σάλτσα BBQ και με κομματάκια χοιρινού τυλιγμένα σε ένα φύλλο μαρουλιού. Φύγαμε χαρούμενοι, σκεπτόμενοι πόσο πολύ έχει προχωρήσει η γαστρονομία και η κουλτούρα του κρασιού στην Αμερική!

Château Montelena

Η επόμενη ημέρα μάς αποκάλυψε την ομορφιά της περιοχής σε όλο της το μεγαλείο. Κατευθυνόμενοι προς το ιστορικό Château Montelena, βλέπαμε σταδιακά την πρωινή ομίχλη που καλύπτει τους αμπελώνες να υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε έναν λαμπερό ήλιο και μια ευχάριστη θερμοκρασία. To Château Montelena, ένα από τα σημαντικότερα και παλαιότερα οινοποιεία της Napa, έχει ιστορία που ξεκινάει από το 1882, όταν ένας επιχειρηματίας από το Σαν Φρανσίσκο αγόρασε μια έκταση 102 εκταρίων στους πρόποδες του βουνού Saint Helena στην Calistoga, τη βορειότερη υποζώνη της Napa. Το Château χτίστηκε μέσα σε δέκα χρόνια, στα πρότυπα των γαλλικών πύργων, και λειτούργησε αρχικά με οινοποιό γαλλικής καταγωγής.

Η γειτονική λίμνη Jade και οι κινέζικοι κήποι δημιουργούν ένα υπέροχο σκηνικό, ενώ μεγάλο κομμάτι του ιστορικού Château καλύπτεται από κισσούς που το κάνουν να δείχνει ακόμα πιο ατμοσφαιρικό. Δοκιμάσαμε όλα τα κρασιά, τα οποία κινούνταν σε ένα κομψότατο ευρωπαϊκό στυλ, ενώ μια φιάλη Montelena Chardonnay του 1973 παρουσιάζεται σε ειδικές προθήκες, καθώς βαθμολογήθηκε ως το καλύτερο λευκό κρασί στη Γευστική Δοκιμή του Παρισιού το 1973.

 

Chapellet Winery

Κρυμμένο μακριά από τη βασική οδική αρτηρία, το μικρό αυτό οινοποιείο κατασκευάστηκε το 1968 από τον Don και τη Molly Chapellet και είναι από τα λίγα της περιοχής που παράγουν κρασί από αμπελώνες φυτεμένους σε υψόμετρο. Χτισμένο στην κορυφή των Pritchard Hills, όπου το ζευγάρι φύτεψε τους πρώτους του αμπελώνες το 1967, το ξύλινο κτίριο με την επιβλητική του σκάλα στη μέση αποτελεί ένα από τα ωραιότερα δείγματα boutique οικογενειακού οινοποιείου στην περιοχή. Η παραγωγή του είναι σχετικά μικρή για τα δεδομένα της Καλιφόρνιας, μόλις 71.000 κιβώτια, ό,τι δοκιμάσαμε ωστόσο ήταν πραγματικά εξαιρετικό. Ειδικότερα το Cabernet Las Piedras του 2013 και το Chardonnay του 2014. Οι ετικέτες ορισμένων κρασιών του κτήματος σχεδιάζονται από τη μεσαία κόρη του ζεύγους, το οποίο έχει αρχίσει σιγά-σιγά να παραδίδει τα σκήπτρα της επιχείρησης στη δεύτερη γενιά.

Inglenook Winery

Αφήσαμε πίσω το Chappellet πραγματικά με μισή καρδιά ‒καθώς ήταν από εκείνα τα μέρη που θέλεις να μείνεις για πάντα‒ για να κατευθυνθούμε προς το highlight της ημέρας μας, το οινοποιείο Inglenook, το τελευταίο απόκτημα του διάσημου σκηνοθέτη Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Eκεί, καθισμένοι σε άνετους καναπέδες –σε αντίθεση με τα μπαρ στο όρθιο που είχαμε έως τώρα συναντήσει‒ μέσα σε μια επιβλητική αίθουσα δοκιμών, διακοσμημένη με ξύλινες βιβλιοθήκες, υπό τους ήχους κλασσικής μουσικής, γευτήκαμε με τη συνοδεία υπέροχων τυριών το εξαιρετικό λευκό Βlancaneaux 2014 από τις ποικιλίες Viognier, Marsanne και Rousanne, το ερυθρό RC Reserve Syrah 2013 και το επίσης εξαιρετικό Cabernet Sauvignon 2013. Α real treat, που λένε και οι Αμερικανοί, μια καταπληκτική εμπειρία, μέσα σε ένα ιστορικό οινοποιείο το οποίο κατασκευάστηκε το 1881 από τον Φινλανδό έμπορο γούνας Gustave Ferdinand Niebaum. Και φυσικά η σύγκριση με το άλλο οινοποιείο που διαθέτει ο κ. Κόπολα, το Francis Ford Copola Winery, ήταν αναπόφευκτη.

Copola Winery

Στο πρώτο γευτήκαμε κρασί, στο δεύτερο… πήραμε γεύση από Godfather… Περισσότερο μουσείο των ταινιών του, και κυρίως του «Godfather», και λιγότερο οινοποιείο με την κλασική έννοια, το Francis Ford Copola, το οποίο επισκεφτήκαμε την τρίτη ημέρα παραμονής μας στη Νάπα, αποτελεί έναν must σταθμό, αλλά ίσως και να δικαιολογεί και λίγο τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως  Disneyland του κρασιού. Γεμάτο παραφερνάλια και αντικείμενα από ταινίες, μεταξύ των οποίων και το διάσημο γραφείο στο οποίο καθόταν ο Μάρλον Μπράντο στην αρχική ταινία. Διαθέτει βεβαίως ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της περιοχής, αγαπημένο –λέγεται– και του ίδιου του Κόπολα, όπου τα πιάτα συνοδεύονται από τα γνωστά Cabernet που παράγονται στους εντυπωσιακούς αμπελώνες του…

Braswood Winery

Ένα κτίριο άριστο δείγμα μοντέρνας αρχιτεκτονικής συναντήσαμε σε αυτό το οινοποιείο, που βρίσκεται στην καρδιά της St Helena. Τα κρασιά του –δοκιμάσαμε ένα ιδιαίτερο Sauvignon Blanc– πραγματικά εξαιρετικά, εκείνο όμως που μας εντυπωσίασε περισσότερο ήταν οι εγκαταστάσεις. Τρία tasting rooms –το ένα υπαίθριο–, αίθουσα τέχνης, αίθουσα που διατίθεται για γάμους και διαθέτει ακόμη και δυνατότητα φιλοξενίας των νεονύμφων, ένα εξαιρετικό εστιατόριο, το οποίο συγκεντρώνει τα μεσημέρια πολλούς από τους παραγωγούς της γύρω περιοχής. Η ιδιαίτερη υψηλή αισθητική που χαρακτηρίζει όλους τους χώρους και η σημασία στη λεπτομέρεια ήταν αυτά που μας εντυπώθηκαν περισσότερο σε αυτό το οινοποιείο, το οποίο είναι πραγματικά σχεδιασμένο για να μυεί τον επισκέπτη στον κόσμο του κρασιού.

Heitz Wine Cellars

Το ράντσο του σημερινού οινοποιείου στους ανατολικούς λόφους της St. Helena στην καρδιά της Napa Valley, στο οποίο διαμένει η οικογένεια Heitz, δεν είναι επισκέψιμο και έτσι οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν νέες και παλιές σοδειές των Heitz Wine Cellars στο tasting room λίγο έξω από τη St. Helena. Εξάλλου, σε αυτό το σημείο βρισκόταν το οινοποιείο από το ξεκίνημά του το 1961. Η δοκιμή των κρασιών προσφέρεται δωρεάν, αντίθετα με τη συνήθη πρακτική στη Napa, κάτι που δημιουργεί την εντύπωση ότι η φήμη και η λαμπρή ιστορία του οινοποιείου δεν έχουν σταθεί εμπόδια στον προσηνή χαρακτήρα του. Το οινοποιείο ιδρύθηκε το 1961 από τον οινολόγο Joe Heitz και τη σύζυγό του Alice, μετά από δεκαετή οινοποιητική μαθητεία του πρώτου ως βοηθού οινολόγου του μεγάλου δασκάλου André Tchelistcheff της Beaulieu Vineyard. Η σημαντικότερη προίκα που άφησε ο Joe Heitz στο κρασί της Καλιφόρνιας είναι η οινοποίηση single-vineyard κρασιών, με σημαντικότερο το Martha’s Vineyard Cabernet Sauvignon, σημαία της Heitz και απαραίτητο λάφυρο των συλλεκτών τα τελευταία 50 χρόνια. Οι φολκλόρ ετικέτες της Heitz δεν έχουν αλλάξει εδώ και δεκαετίες και μαρτυρούν την ιστορία του οινοποιείου. Έκπληξη αποτελεί και το επιδόρπιο Heitz Cellar Ink Grade Vineyard Port από τις πορτογαλικές ποικιλίες Touriga Nacional, Tinta Roriz, Sauzao, Tinta Cao και άλλες.

 Joseph Phelps Vineyards

Μόλις τρία λεπτά από την πασίγνωστη Silverado Trail βρίσκεται ο απαράμιλλης ομορφιάς αμπελώνας της Joseph Phelps Vineyards, ο οποίος απλώνεται ειδυλλιακά στους γύρω λόφους και αποτελεί την πηγή των σταφυλιών που προορίζονται –εν μέρει– για το μυθικό Insignia. Το οινοποιείο ιδρύθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1960 από τον Joseph Phelps, ο οποίος αποφάσισε να προβεί σε αλλαγή καριέρας από τις κατασκευές στην οινοποιία. Το 1974 ολοκληρώθηκε το οινοποιείο και κυκλοφόρησε ένα από τα πιο σημαντικά κρασιά των ΗΠΑ και κατ’ επέκταση του κόσμου: το Insignia. Αποτελεί ένα χαρμάνι τύπου Bordeaux, που για την εσοδεία του 2013 αποτελείται από 88% Cabernet Sauvignon, 5% Petit Verdot, 3% Merlot, 3% Malbec και 1% Cabernet Franc από επιλεγμένα ιδιόκτητα αμπέλια της Napa Valley. Το δεύτερο οινοποιείο της εταιρείας στην ψυχρότερη Sonoma Coast είναι ιδανικό για την καλλιέργεια των ποικιλιών Pinot Noir και Chardonnay, πάντα από ιδιόκτητα αμπέλια.

 Γνωρίζοντας την Καλιφόρνια και το κρασί της

  • Η Καλιφόρνια είναι η πρώτη σε πληθυσμό και τρίτη σε έκταση πολιτεία των ΗΠΑ. Αν ήταν χώρα, θα ήταν η 8η πλουσιότερη του κόσμου.
  • Με σχεδόν 1.400 χιλιόμετρα ακτής, δέκα μοίρες γεωγραφικού πλάτους και εναλλαγές βουνών, κοιλάδων και πεδιάδων, παρέχει στους οινοπαραγωγούς της αμέτρητες επιλογές για την καλλιέργεια και τη δημιουργία διαφορετικών κρασιών.
  • Έχει οινική ιστορία άνω των 200 χρόνων, παρόλο που πιο γνωστή στο παγκόσμιο κοινό έγινε τα τελευταία 40 χρόνια, μετά το Judgment of Paris του 1976 (*).
  • Παράγει το 90% του κρασιού των ΗΠΑ και καλύπτει το 60% της συνολικής κατανάλωσης στη χώρα.
  • Οι πιο διαδεδομένες ερυθρές ποικιλίες είναι οι Cabernet Sauvignon, Merlot, Pinot Noir, Syrah και Zinfandel.
  • Οι πιο διαδεδομένες λευκές ποικιλίες είναι οι Chardonnay και Sauvignon Blanc.
  • Η πασίγνωστη κοιλάδα της Napa, μόλις 70 χιλιόμετρα βόρεια του Σαν Φρανσίσκο, απλώνεται ανάμεσα σε δύο μεγάλες οροσειρές: τα βουνά Mayacamas, που προστατεύουν τα αμπέλια από το κρύο στα δυτικά, και τα βουνά Vacas, που οριοθετούν και προστατεύουν την κοιλάδα από τη ζέστη της ερήμου στα ανατολικά. Έτσι δημιουργείται ένα απόλυτα ισορροπημένο μεσογειακό κλίμα, ιδανικό για ποικιλίες που χρειάζονται ελεγχόμενη ζέστη για να ωριμάσουν, όπως το Cabernet Sauvignon και το Zinfandel.
  • Το Cabernet Sauvignon της Napa, γνωστό και ως Napa Cab, είναι το αρχέτυπο κρασί, σύμβολο της Napa: ένα πυκνό και φίνο ερυθρό κρασί με αρώματα μαύρων μούρων, φραγκοστάφυλου, βανίλιας, καπνού και σοκολάτας που έχει ωριμάσει σε δρύινα βαρέλια.
  • Η περιοχή Sonoma, προσκείμενη στον ωκεανό και ακριβώς δυτικά της Napa Valley, είναι ιδανικότερη για τις κομψότερες, βουργουνδικές ποικιλίες Pinot Noir και Chardonnay οι οποίες απαιτούν κρύο, καθώς ευνοείται από τα κρύα ρεύματα αέρα του Ειρηνικού, που δεν ανακόπτονται από τα βουνά, αλλά και την ομίχλη που μεταφέρει δροσιά στα αμπέλια.

(*) Το γνωρίζατε;

Το 1976, ένας Βρετανός έμπορος κρασιών, ο Steven Spurrier, διοργάνωσε στο Παρίσι μια τυφλή γευστική δοκιμή μεταξύ των κορυφαίων γαλλικών και καλιφορνέζικων κρασιών. Οι κριτές ήταν όλοι Γάλλοι και προς έκπληξη όλων ανέδειξαν κορυφαία κρασιά τα καλιφορνέζικα, τόσο στην κατηγορία των λευκών (Λευκές Βουργουνδίες κόντρα σε Chardonnay της Napa) όσο και των ερυθρών κρασιών (Ερυθρά Μπορντό κόντρα σε Cabernet Sauvignon της Napa). Από τη στιγμή εκείνη, τα κρασιά από την Καλιφόρνια μπήκαν για τα καλά στον παγκόσμιο οινικό χάρτη, ενώ η ίδια η δοκιμή έγινε και ταινία («Bottle Shock», 2008) αν και δεν προβλήθηκε ποτέ στις γαλλικές αίθουσες.

 

Θάλεια Καρτάλη 

 

 

 

 

ΚΡΗΤΗ | ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ | τεύχος 2

Οδοιπορικό του Grape στη γη του Ψηλορείτη.Ζήσαμε την κρητική φιλοξενία απολαύσαμε Βιδιανό, Μανδηλάρι και Λιάτικο, γνωρίσαμε ανθρώπους με όραμα και πάθος

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΜΠΟΥΤΑΡΗ | ΣΤΟ ΜΕΤΟΧΙ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Το κτήμα Φανταξομέτοχο , η αλλιώς το Μετόχι των Φαντασμάτων, οφείλει την ονομασία του στον παλαιό ιδιοκτήτη, μας εξηγεί ο κ. Γιάννης  Κωσταντάκης, ο αμπελουργός του κτήματος τα τελευταία 40 χρόνια . «Για να μην του κλέβουν τα σταφύλια,    έβγαλε τον μύθο  ότι το κτήμα είχε φαντάσματα».  Το κτήμα αυτό έχει ιστορία,  και ο κ. Γιάννης είναι αναπόσπαστο κομμάτι της, καθώς όπως  μας λέει, «δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς Φαντοξομέτοχο». Οταν πέρασε  στην οικογένεια Μπουτάρη το 1990  το κτήμα παρήγαγε  αρχικά κρασιά από τις τοπικές ποικιλίες που  ήταν φυτεμένες εκεί,  το κοτσυφάλι και την μανδηλαριά από  ερυθρές και τη βηλάνα από λευκές.

 Σήμερα τα 75  στρέμματα  του αμπελώνα έχουν επανερωτηθεί και φιλοξενούν κι άλλες ποικιλίες, όπως Syrah   και Chardonnay  από τις διεθνείς,  και Μαλβαζία Μοσχάτο Σπίνας και Λιάτικο  από τις γηγενείς.  Oι πρώτες οινοποιήσεις  του κτήματος   ξεκίνησαν το 1995 στο  παλαιό οινοποιείο  από τον οινοποιό  Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος εξακολουθεί να έχει  την επίβλεψη των οινοποιήσεων, που γίνονται πλέον στο σύγχρονο  οινοποιείο το οποίο λειτουργεί στο κτήμα απο το 2004.

To κτήμα παράγει  τέσσερις ετικέτες,  το  Σκαλάνι, ερυθρό ξηρό, ( syrah- κοτσυφάλι), το Φανταξομέτοχο  λευκό ξηρό, (βηλάνα, chardonnay  και μαλβαζία) καθώς και δύο γλυκείς οίνους, το Ιουλιάτικο  και το Μοσχάτο Σπίνας. Φθάνοντας σούρουπο στο  Scalani Hills, μετά από μια γεμάτη και κοπιαστική ημέρα, η υποδοχή  δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη.   Μας περιμένει ένα υπέροχο δείπνο στην αυλή του  παλαιού ξενώνα  του κτήματος,  ο οποίος έχει  ανακαινισθεί  και λειτουργεί ως boutique ξενοδοχείο του ομίλου Aria Hotels

Δοκιμάζοντας τα κρητικά  εδέσματα που μας  έχει ετοιμάσει η κα Πόπη, και  σιγοπίνοντας  το Σκαλάνι, ξεδιπλώνεται η ιστορία αυτού του υπέροχου τόπου  που έχει ανοίξει τις πόρτες του  στους επισκέπτες, Έλληνες και ξένους, Η συζήτηση μας  με  την Χριστίνα Μπουτάρη, διευθύντριας εξαγωγών της εταιρίας Μπουτάρης Οινοποιητική , η οποία ανέλαβε την  επίβλεψη  της ανακαίνισης του ξενώνα, εναλλάσσεται αναγκαστικά  από τα ελληνικά στα αγγλικά,   αφού στην παρέα μας μετέχει κι ένα ζευγάρι  από τη Χαβάι,  ένοικοι  του ξενοδοχείου,   που βρίσκονται εδώ  αναζητώντας κάτι διαφορετικό, και με βλέμμα απορίας προσπαθούν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση μας, δοκιμάζοντας παράλληλα τους εξαιρετικούς μεζέδες. 

«Η αυλή αυτη έχει κάτι μαγικό, έδωσα μάχη για να μην χάσουμε»,  μας λέει με έμφαση η κ. Μπουτάρη  καθώς το βλέμμα μας  πλανάται  στον αμπελώνα που απλώνεται  απο κάτω. Εχει δεί τόσα και τόσα γλέντια, με τελευταίο αυτό που στήθηκε πέρυσι τον Μάιο, όταν έγιναν τα ανεπίσημα εγκαίνια του νέου  ξενώνα. Θα ήταν πραγματικά κρίμα  να την θυσιάζαμε για να  απομονώσουμε τα δύο δωμάτια που  βλέπουν σε αυτήν». Τα πάντα έχουν περάσει απο τα χέρια της, απο το χρώμα στα παντζούρια και τη διατήρηση της απόχρωσης της άμμου στους τοίχους, που ταιριάζει με το χρώμα του αργιλώδους εδάφους  του κτήματος, εως τις λεπτομέρειες της   εσωτερικής διακόσμησης των δωματίων που δεν αφήνουν αδιάφορο τον επισκέπτη . Ανάμεσα στα στοιχεία που προσθέτουν στην ιδιαιτερότητα τους  είιναι τα έργα τέχνης  καταξιωμένων αλλά και ανερχόμενων εικαστικών  που κοσμούν τις τρείς σουίτες, αλλά και τον κοινόχρηστο χώρο του οινοποιείου

Φεύγοντας από το Scallani Hills για να συνεχίσουμε την περιοδεία μας  στον νομό Ηρακλείου   αισθανόμαστε ότι το μέρος αυτό έχει πράγματι κάτι το μαγικό. Φαντάσματα ίσως όχι, αλλά μια μαγεία που σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις ξανά και ξανά….

ΚΤΗΜΑ ΛΥΡΑΡΑΚΗ

Στην Κρήτη ο κλήρος είναι μικρός γιατί οι γονείς δεν θέλανε να αδικήσουν κανένα από τα παιδιά τους , με αποτέλεσμα οι οινοπαραγωγοί να δεινοπαθούν να συγκεντρώσουν μεγάλα κομμάτια γης. Ακόμα και το ανάγλυφο του τόπου είναι περίεργο. Μία λωρίδα αμπέλι και δίπλα μία λωρίδα ελιάς για να έχουν να πίνουν το κρασί και να έχουν και το λάδι τους. Φτάνοντας όμως στο οινοποιείο Λυραράκη χορταίνει το μάτι σου από 140 στρέμματα αμπέλια.  Επί 30 χρόνια -ξεκινώντας από το 1966- ο Σωτήρης Λυραράκης και τα αδέλφια του μάζευαν εμπειρία φτιάχνοντας χύμα κρασί και τη δεκαετία του 90 η εμπειρία αυτή μπήκε στο μπουκάλι.

Εκρηκτική προσωπικότητα ο Νίκος Λυραράκης, μας υποδέχθηκε στο Οινοποιείο και μας μίλησε για την ιστορία και τη συνέχεια της οικογενειακής επιχείρησης την οποία έχει αναλάβει η νέα γενιά, o ίδιος, ο Γιώργος, ο Βαρθολομαίος, η Κατερίνα και ο Λάμπρος Λυραράκης. “Το 92 και ενώ η τάση είναι όλοι να ασχολούνται με τις ξένες ποικιλίες  Chardonnay και Sauvignon blanc και ενώ και εμείς είχαμε ξένες ποικιλίες αποφασίσαμε να εμβολιάσουμε τα αμπέλια μας και να τα γυρίσουμε σε δύο σπάνιες υπό εξαφάνιση ντόπιες ποικιλίες το Πλυτό και το Δαφνί διασώζοντας τες. Εμπορικά ήταν έγκλημα, ωστόσο στόχος μας ήταν οι γηγενείς ποικιλίες. Οι περισσότεροι προτιμούν την ασφάλεια ενός Chardonay όμως οι ψαγμένοι τουρίστες και Έλληνες δοκιμάζουν και εμπιστεύονται τις ντόπιες κρητικές ποικιλίες”. H οικογένεια Λυραράκη είναι επίσης γνωστή και για το ότι ήταν η πρώτη που ανέμιξε μια τοπική ποικιλία Κοτσιφάλι με μια Syrah δίνοντας ένα συναρπαστικό κρασί.  Το 2005 το κτήμα Λυραράκη ασχολείται με το Μανδηλάρι την πλέον δύστροπη ελληνική ποικιλία και το 2007 ανοίγει τις πόρτες του στον κόσμο.  Το κτήμα είναι γνωστό για το Βιδιανό  του και ακολουθούν Βηλάνα, Μοσχάτο Λευκό αλλά και Sauvignon Blanc. Σε ότι αφορά τις ερυθρές ποικιλίες, οι τοπικές Κοτσιφάλι, Μανδηλάρι και Μοσχάτο μαύρο συμπληρώνονται από τις διεθνείς Syrah, Merlot, και Cabernet Sauvignon.

“Το κλίμα της Κρήτης φτιάχνει μεγάλα κρασιά μας λέει ο . Στο εξωτερικό μας δίνουν συγχαρητήρια για το Cabernet ή το Merlot μας για τη φινέτσα τους που θυμίζει Bordeaux. Τα κρασιά του κτήματος έχουν διακριθεί σε πολλούς διεθνείς διαγωνισμούς και εξάγονται σχεδόν σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες καθώς και στη Β. Αμερική (ΗΠΑ και Καναδά), Αυστραλία και Κίνα. Περίπου το 50 τοις εκατό από τις 200 χιλιάδες φιάλες που παράγει ετησίως το κτήμα ταξιδεύει στο εξωτερικό.

 

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΔΟΥΛΟΥΦΑΚΗ

Η  αλήθεια είναι ότι  όταν βλέπεις έναν αμπελώνα  από την καρότσα ενός αγροτικού,   έχεις άλλη  αίσθηση του τοπίου.  Οταν δε  ετοιμάζεσαι να κατέβεις από  το χωματόδρομο με την  ιδιαίτερα απότομη κλίση, έχοντας απέναντι σου  διάσπαρτα αμπελοτόπια που  εναλλάσσονται με τους ελαιώνες,  νομίζεις πραγματικά ότι είσαι κάπου αλλού. Ο Νίκος Δουλουφάκης γελά με τα επιφωνήματα μας  και μας ρωτά πονηρά «δεν πιστεύω  να φοβάστε». Εννοείται πώς όχι, άλλωστε  η  ένταση του τοπίου γύρω μας δεν μας αφήνει να σκεφτούμε και πολύ. Σαν να έχει διαβάσει τη σκέψη μας για τον τεμαχισμό  των αμπελότοπων,   ο κ. Δουλουφάκης μας εξηγεί πώς λόγω κληρονομικότητας, ο αμπελώνας  της περιοχής  είναι κατακερματισμένος. Οι κλήροι  είναι μικροί καθώς μοιράζονταν σε όλα τα  παιδιά της οικογένειας. Ο ίδιος διαθέτει 150 στρέμματα, διασκορπισμένα σε  διάφορες περιοχές, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά το κόστος και την οργάνωση, χαρίζει όμως  μεγάλη πολυπλοκότητα στα κρασιά.

Αν και οινολόγος ο ίδιος , με σπουδές οινολογίας στην Ιταλία, επιμένει οτι η δουλειά γίνεται στο αμπέλι,  στο οποίο  περνά και το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του.  Ιδιαίτερα υπερήφανος για τον τόπο καταγωγής του, υποστηρίζει ότι  ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα  του ελληνικού κρασιού   είναι η ιστορία του.  Το brand  της Κρήτης, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα ισχυρό , γεγονός το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο για την προβολή των νέων ποιοτικών κρασιών που αρχίζουν  πλέον να κατακτούν ολοένα και περισσότερο την αγορά, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό όπου οι εξαγωγές σε  χώρες όπως η Γαλλία , η  Γερμανία,  το Βέλγιο, η Ολλανδία αλλά και Ηνωμένες Πολιτείες ο Καναδάς και η Κίνα πάνε ιδιαίτερα καλά.  Χωρίς να θεωρηθεί οτι  πρέπει  οι παραγωγοί να μένουν προσκολλημένοι στις  γηγενείς ποικιλίες- απόδειξη η επιτυχία που σημειώνει ο  ερυθρός  Ασπρος Λαγός (cabernet sauvignon),  πιστεύει  πολύ στη δύναμη της ποικιλίας Βιδιανό, που εξελίσσεται στο μεγάλο αστέρι της Κρήτης. «Το Βιδιανό δεν πρέπει να εμφιαλώνεται φρέσκο, το peak  του είναι μετά ένα χρόνο», υποστηρίζει,  «στην Ελλάδα όμως, δεν είμαστε  ακόμη ώριμοι για λευκά παλαίωσης».  Ο ίδιος οινοποιεί το βιδιανό  σε δύο ετικέτες,  τον  Δάφνιο, που είναι απλό βιδιανό δεξαμενής,  και τον  λευκό Άσπρο Λαγό,  βιδιανό περασμένο από βαρέλι.

OINΟΠΟΙΕΙΟ SILVA ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ

Οπαδός της βιοδυναμικής καλλιέργειας, η Ειρήνη Δασκαλάκη, πρέπει να γεννήθηκε όταν είχε πανσέληνο…“Γεμάτη” ενέργεια, ιστορίες, δυναμισμό, φιλοξενία και καλοσύνη η γυναίκα αυτή κλείνει μέσα της όλη την Κρήτη.Σηκώνεται στις 5 το πρωί μόλις “σηκώσει” η  μέρα και τελειώνει νύχτα. Όλα είναι δική της δουλειά από την ετικέτα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.  Πολύτιμος σύμμαχος στο πλευρό της η κόρη της Χαρούλα στην εμφιάλωση και την προώθηση, ο γιος της που σπουδάζει οινολόγος και μία κόρη που ¨”ξεστράτισε” και σπουδάζει κτηνίατρος.  Από το 2003 έχει αρχίσει η ουσιαστική αναβίωση των 80 ιδιόκτητων στρεμμάτων, τα οποία καλλιεργούνται με ολοκληρωμένη βιολογική καλλιέργεια σε εδάφη ασβεστο-αργιλώδη, σε υψόμετρο 400-600 μέτρων. Σε ένα ιδανικό οικοσύστημα – ζώνη ΟΠΑΠ – που ποιοτικά μπορεί να προβάλει τον πλούτο και την ιδιαιτερότητα των κρασιών της Κρήτης, η οικογένεια δίνει έμφαση κυρίως στις τοπικές ποικιλίες όπως Λιάτικο, Μαντηλάρι,Πλυτό  αλλά και σε διεθνείς ποικιλίες κρασιών. Η πρώτη επίσημη εμφιάλωση του οινοποιείου Δασκαλάκη έγινε το 2005 με τα κρασιά ‘Λιάτικο’ ξηρό Π.Ο.Π και ‘Λιαστός’ φυσικός γλυκύς οίνος Ο.Π.Α.Π. Μερικά χρόνια μετά, το 2008, απονεμήθηκε στο οινοποιείο το ‘Μεγάλο Χρυσό’ μετάλλιο με το κρασί Ένστικτο ερυθρό(Syrah-Κοτσιφάλι), παραγωγής του 2006. Ένθερμος υποστηρικτής της βιοδυναμικής καλλιέργειας θεωρεί ότι η ενέργεια που δέχονται τα φυτά ως βαρύτητα από τη γη ή ως κοσμική ακτινοβολία από το διάστημα( ήλιος, σελήνη, πλανήτες, άστρα) έχει πολύ μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξή τους. Mάλιστα, η Ειρήνη Δασκαλάκη συμβουλεύεται ένα ημερολόγιο και εκεί αναφέρονται οι ευνοϊκές μέρες και ώρες αλλά και οι αρνητικές για αγροτικές εργασίες, που φυσικά αφορούν το αμπέλι. ’’ η γιαγιά μου έλεγε “σήμερα παιδί μου είναι λίγωση δεν πρέπει να κάνεις κάποια πράγματα π.χ να κλαδέψεις. Πρέπει να τα φυλάξεις για τη γέμωση. Θεωρώ ότι υπάρχει μαγεία και αλήθεια πίσω από τη βιοδυναμική καλλιέργεια ωστόσο δεν μπαίνει στην τιμή δεν μπορείς να το πουλήσεις, πρέπει να βάλεις την ψυχή σου. Το αποτέλεσμα το βλέπω στο αμπέλι. Το οινοποιείο είναι μικρό το βλέπετε αλλά τα κρασιά μας είναι βραβευμένα και αυτό οφείλεται στην βιοδυναμική. Δίνουμε βάρος σε όλα τα στάδια δε. Αν κάνεις σοβαρή δουλειά στο αμπέλι και τη χάσεις στην οινοποίηση τότε δεν έχει νόημα. Και η μέρα και η ώρα έχει σημασία στη δουλειά μας. Χειμώνα καλοκαίρι, ζέστη κρύο, αργά το βράδυ ή αξημέρωτα όταν πρέπει να γίνει η δουλειά την κάνω. Με τη γραβάτα οινοποιός δεν γίνεσαι. Αν δεν βάλεις τα χέρια σου, αν δεν κάτσεις από πάνω, αν δεν ξενυχτήσεις κρασί δεν βγαίνει”

“Μέχρι την κρίση κάθε χρόνο ήμασταν ανοδικά, λέει η Ειρήνη Δασκαλάκη Μπορεί να μην πλουτίσαμε αλλά το προϊόν και η σκληρή μας δουλειά αναγνωρίστηκε. 17 κρασιά έστειλα σε διαγωνισμούς και πήραμε 16 διακρίσεις τι άλλο να θέλουμε. Μετά όμως ήρθε η κρίση και ο φόρος και τώρα είναι αδύνατον να συνεχίσουμε έτσι. Από εμένα που είμαι μικρή μέχρι τον πιο μεγάλο οινοποιό έχουμε τεράστιο πρόβλημα.  —-

ΚΤΗΜΑ ΠΑΤΕΡΙΑΝΑΚΗ

Τυχερός άνθρωπος ο Γιώργος Πατεριανάκης, περιστοιχίζεται από 4 γυναίκες όχι μόνο ικανές αλλά και όμορφες. Μας υποδέχθηκαν με χαμόγελο στο οινοποιείο τους και έστρωσαν ένα τραπέζι με όλα τα καλά. Έτσι είναι η Κρήτη….. Το οινοποιείο Πατεριανάκη είναι οικογενειακή υπόθεση. Τώρα έχει περάσει στα χέρια της Εμμανουέλας και της Νίκης, όμως ο παππούς τους, αμπελουργός ήταν αυτός που πίστεψε στη βιοδυναμική καλλιέργεια και ο πατέρας τους τη συνέχισε κατασκευάζοντας ένα οινοποιείο “βαρύτητας” που δεν καταπονεί το μούστο στα πρώτα στάδια επιτρέποντας του να κατεβαίνει με φυσική ροή. Τα κρασιά του κτήματος χωρίζονται σε τρεις οικογένειες. Ανάλογα με τις ποικιλίες και τα αμπελοτόπια. Τα Local treasures μόνο από γηγενείς ποικιλίες, στα premium  wines όπου  μία ντόπια ποικιλία παντρεύεται με μία γνωστή και στα vintage spirits, πάλι ελληνικές αλλά μόνο από παλιά κλήματα.

“Όταν λες κτήμα Πατεριανάκη εννοείς Μελισσινός, ωστόσο και το Βιδιανό – η λευκή Ντίβα της Κρήτης όπως τη λένε χαρακτηριστικά –  ή το Μοσχάτο Σπίνας, έχει πολύ ζήτηση από τον κόσμο παρόλο που είναι μία νέα ποικιλία, μας εξηγεί η Εμμανουέλα.  Εμένα μ’ αρέσει πολύ από τις λευκές ποικιλίες, το Θραψαθήρι και το Μοσχάτο Σπίνας. Είναι δυο ποικιλίες που δεν τις βρίσκεις σε πολύ μεγάλες ποσότητες στην Κρήτη και δίνουν τρομερά αποτελέσματα. Το Θραψαθήρι δίνει μια μεταλλικότητα, έντονο στομα, πολύ ιδιαίτερα αρώματα και το μοσχάτο δίνει αυτό το τριανταφυλλάκι, είναι ευωδιαστό, ευωδιαστό, ελαφρύ κρασί και μπορεί να γίνει και ξηρός και γλυκός και αφρώδης οίνος και από κόκκινες λατρεύω το κοτσιφάλι και το μανδυλάρι. Αυτοί είναι οι 2 βασιλιάδες της Κρήτης στα κόκκινα.

Στο κτήμα τους αγαπούν το χειρωνακτικό τρύγο, παρά τις δυσκολίες.  Οι συμβουλές του παππού σε σχέση με τη βιοδυναμική καλλιέργεια έχουν τεράστιο ενδιαφέρον. “Το κρασί θέλει χρόνο και υπομονή. Η φιλοσοφία μας είναι αποκλειστικά εμφιαλωμένο κρασί και μένουμε πεισματικά σε αυτό και επίσης να ενισχύσουμε τη βιολογική καλλιέργεια στην Κρήτη. Παράγουμε 120 χιλιάδες φιάλες το χρόνο ενώ εξαγωγές κάνουμε στην Ελβετία, την Κύπρο και την Αμερική. Αν δεν υπήρχε η κρίση τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αλλά δυστυχώς μας πήγε πίσω στο να εδραιωθούμε στο εξωτερικό, στο εσωτερικό όμως ήταν και μία ευκαιρία για ξεκαθάρισμα. Η μεγάλη πληγή όμως και για εμάς ως παραγωγούς αλλά και για την Κρήτη είναι η αύξηση του χύμα κρασιού που λόγω κρίσης γιγαντώθηκε.

ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΗ

Η γευσιγνωσία κάτω από την ελιά έχει άλλη γλύκα. Δεν χρειάζεσαι ειδική αίθουσα για τις γευσιγνωσίες, αυτό μπορεί να έρθει μετά.   Έχοντας αυτό στο μυαλό του, ο Ζαχαρίας Διαμαντάκης ,  αποφάσισε με τα αδέλφια και τον πατέρα του – αμπελουργοί όλοι-να επενδύσουν  σταδιακά  στον εξοπλισμό του οινοποιείου τους, προχωρώντας βήμα βήμα,  αφού η κρίση τους βρήκε πάνω  στο ξεκίνημα του  νέου   οινοποιείου τους. Δέκα μόλις ημέρες πριν από  την επιβολή των  capital controls  παρέλαβαν  το εμφιαλωτήριο ( μέχρι τότε εμφιάλωναν  στο οινοποιείο Δουλουφάκη). «Λίγο να είχαμε καθυστερήσει  δεν θα το βλέπατε εδώ σήμερα», μας λέει γελώντας. Δίνοντας αρχικά έμφαση στην ανάπτυξη του αμπελώνα τους,  κατάφεραν να συγκεντρώσουν 25 στρέμματα γύρω απο το σημείο που βρίσκεται χτισμένο  το οινοποιείο,  τα οποία ήρθαν συμπληρώσουν τα υπόλοιπα 125 στρέμματα που βρίσκονται διασκορπισμένα σε 30 διαφορετικά σημεία της περιοχής.  Σε υψόμετρο 400 μέτρων στους  ανατολικούς πρόποδες του Ψηλορείτη, ο αμπελώνας αυτός- διαμορφωμένος σε πεζούλες λόγω της μεγάλης  κλίσης του εδάφους- παράγει   Μαντηλάρι, Μαλβαζία και  Chardonnay. Λίγο πιο πάνω, σε υψόμετρο  600 μέτρων, βρισκεται φυτεμένο το Ασύρτικο, το οποίο  συμμετέχει μαζί με το Βιδιανό στο χαρμάνι της λευκής Διαμαντόπετρας , μία απο τις βασικές ετικέτες του  οινοποιείου. «Η Κρήτη μπορεί να δώσει  εξαιρετικό Ασύρτικο», μας τονίζει . «Πιστεύω επίσης στο Μαντηλάρι, ενώ ο χαρακτήρας του Βιδιανού μπορεί να δώσει σπουδαία κρασιά»,.

Οινολόγος ο  ίδιος,  ο Ζαχαρίας Διαμαντάκης μιλά με σιγουριά για τα  μελλοντικά του σχέδια,,  υπογραμμίζοντας οτι στόχος είναι η  σταθεροποίηση του αμπελώνα και η παραγωγή λίγων αλλά ποιοτικών ετικετών. Πέραν της αναγνώρισης των κρασιών της Κρήτης στην ελληνική αγορά, ένα μεγάλο στοίχημα είναι οι εξαγωγές , υπογραμμίζει, δίνοντας έμφαση στην πολύ καλή δουλειά που γίνεται μέσα απο το δίκτυο   Wines of Crete, στο οποίο μετέχουν όλοι οι οινοπαραγωγοί της Κρήτης. Δοκιμάζοντας λευκή  και  ερυθρή Διαμαντόπετρα, τα δύο ισχυρά χαρτιά του οινοποιείου,   διαπιστώσαμε οτι  η γευσιγνωσία κάτω απο την ελιά πράγματι έχει άλλη γλύκα….

 

ΡΟΥΣ ΟΙΝΟΠΟΙΕΙΟ ΤΑΜΙΩΛΑΚΗ

Το οινοποιείο Ταμιωλάκη βρίσκεται σε ένα ύψωμα με θέα που σου κόβει την ανάσα. Χτισμένο με πέτρα που βγήκε από το δυναμίτισμα της πλαγιάς -για να γίνουν φυτεύσεις – γίνεται ένα με το τοπίο. Ο Δημήτρης Μανσόλας και γυναίκα του Μαρία Ταμιωλάκη, νέοι δυναμικοί, όμορφοι άνθρωποι έχουν αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση,  που ξεκίνησε το 1996 ο Μηνάς Ταμιωλάκης, οινολόγος. Ήξερε ότι η περιοχή αυτή που ονομάζεται Βίγλα ή Σκάλα ή Ζούγρα και έδινε πάντα τις καλύτερες εκδοχές των ποικιλιών  Βιλάνα και Κοτσυφάλι ήταν ιδανική για την ανάδειξη των γηγενών ποικιλιών. Πολύς χρόνος, δυναμίτης και γύρω στα 25 συμβόλαια ανταλλαγής με άλλα χωράφια έγιναν μέχρι να φτάσουμε σε αυτό που βλέπουμε σήμερα, δηλαδή 50 στρέμματα αμπελώνα.

“Φυτέψαμε Βιδιανό, Πλυτό, Θραψαθίρι, Δαφνί, και όχι μόνο Βηλάνα Κοτσιφάλι και Μανδηλαριά που ήταν οι γνωστές βασικές ποικιλίες της περιοχής. Βρήκαμε ποικιλίες που ήταν έτοιμες να εξαφανιστούν”, λέει ο Δημήτρης Μανσόλας. Πριν από 3 χρόνια έγινε ανασχεδιασμός της ταυτότητας του οινοποιείου και η επωνυμία τους πλέον είναι Ρους Οινοποιείο Ταμιωλάκη, με παραγωγή 55 χιλιάδες φιάλες το χρόνο και στόχο τα επόμενα χρόνια τις 150 χιλιάδες. Υπάρχει ζήτηση για νέες ποικιλίες ειδικά στην Αμερική και τον Καναδά, λέει ο Δημήτρης. “Πήγαμε, τους εξηγήσαμε τι είναι οι ελληνικές ποικιλίες, πως προφέρονται, ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Βρίσκουμε και έδαφος σε μια νέα γενιά ποιο ψαγμένη που δοκιμάζει νέα πράγματα, βαρέθηκε να πίνει τα Chardonnnay της Καλιφόρνιας. Η Κρήτη εξάλλου -το επιβεβαιώνω γιατί το άκουσα ο ίδιος στην Αμερική θεωρείται ότι είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα μετά το Aσύρτικο και τη Σαντορίνη.

Το μεγάλο ατού της Κρήτης είναι το έδαφός της. Σου δίνει απίστευτες ποικιλίες. Το βιδιανό είναι ένα από τα δυνατά χαρτιά. Πολύπλευρο μπορεί να δώσει και φρέσκα και βαρελάτα κρασιά με δυνατότητα παλαίωσης. Είναι και η πρώτη Κρητική ποικιλία που φυτεύεται εκτός Κρήτης, στη Βόρειο Ελλάδα αλλά και στην Ιταλία. Το Μοσχάτο Σπίνας είναι εξαιρετική ποικιλία, ενώ από τα κόκκινα η Μανδηλαριά θα ακουστεί. Λόγω της αλλαγής των κλιματολογικών συνθηκών -ειδικά στην Κρήτη θα έχουμε πρόβλημα- έχουμε ανάγκη από ποικιλίες που ωριμάζουν αργά για να αποφεύγουμε τις ζέστες και η Μανδιλαριά το έχει αυτό και έχει οξύτητες χρώμα δομή όλα τα χαρακτηριστικά μίας μεγάλης ποικιλίας. Στο στόμα σου δίνει την αίσθηση ενός Νεμπιόλο αν και είναι πολύ πιο χρωματισμένη, ενώ στη μύτη και την όψη-χρώμα  θυμίζει SYRAZ.

Θάλεια Καρτάλη – Πηνελόπη Κατσάτου

 

ΝΑΟΥΣΑ | ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ | τεύχος 1

Δυναμισμό, φρέσκες ιδέες και όρεξη για δουλειά συναντήσαμε στα πρόσωπα της νέας γενιάς οινοποιών στο σύντομο ταξίδι μας στη Βόρεια Ελλάδα. Γνωρίσαμε από κοντά την dream team του Ξινόμαυρου και σας την παρουσιάζουμε.. 

ΚΤΗΜΑ ΚΑΡΥΔΑ

«Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει» είναι το σύνθημα πατέρα και υιού Καρυδά. Δικαιώνονται δε από τα εξαιρετικά κρασιά τους αλλά και την εκρηκτική χημεία που έχουν μεταξύ τους, καθώς είναι πραγματικά απόλαυση να τους βλέπει κανείς να συνομιλούν. Εκφραστικοί και οι δύο, αστειεύονται, πειράζουν ο ένας τον άλλο, και στα μάτια αλλά και στα λόγια τους βλέπεις την αγάπη για τον τόπο και το κρασί τους. Ο αμπελώνας Καρυδά είναι σαν να έχει ξεπηδήσει από πίνακα ζωγραφικής, σε σημείο που να θεωρείται αξιοθέατο των επισκεπτών της περιοχής.

«Η διαφωνία φέρνει καλύτερα αποτελέσματα σε όλα», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο πατέρας Κωνσταντίνος Καρυδάς, ένας από τους πρώτους Έλληνες χιονοδρόμους, ο οποίος έλαβε μέρος σε δύο Ολυμπιακές αποστολές χιονοδρομίας, το 1964 και το 1968, ενώ ο γιος του Πέτρος συμπληρώνει γελώντας: «Τελικά, εμείς σε όλα τα βρίσκουμε και σε όλα διαφωνούμε». Είναι σίγουρο, πάντως, ότι έχουν βρει τη μαγική συνταγή για το κρασί τους . Πολυτεχνίτης ο μπαμπάς, άρχισε να ασχολείται με τα αμπέλια το 1979, ενώ το ’90 ξεκίνησε η οινοποίηση και εμφιάλωση. Ο Πέτρος, γραφίστας, λέει ότι ποτέ δεν φαντάστηκε ότι θα ασχοληθεί με το κρασί, αλλά η ζωή τα άλλαξε όλα και τώρα όχι μόνο ασχολείται, αλλά έχει και το μεγάλο κομμάτι της ευθύνης, με μια μικρή αλλά σημαντική βοήθεια από οινολόγο. Με μόνο δύο ετικέτες, 12.500 χιλιάδες φιάλες το Κτήμα Καρυδά και 700 μόνο το Συλλεκτικό Κτήμα Καρυδά, παντρεύουν παλιές και νέες μεθόδους οινοποίησης και επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους στο να κρατήσουν ψηλά τον πήχυ της ποιότητας, που είναι και το δυσκολότερο κομμάτι, όπως λέει ο Πέτρος. Η κρίση τους έχει επηρεάσει. Ωστόσο, όπως λένε χαρακτηριστικά, «στο εξωτερικό καλύτερα δεν γίνεται να πάμε». Δεκαπέντε χρόνια δραστηριοποιούνται με επιτυχία στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών. Κτήμα Καρυδά βρίσκεις σε 28 πολιτείες, από τη Χαβάη έως τη Νέα Υόρκη και από τη Φλόριντα έως το Σιάτλ.

ΚΤΗΜΑ ΦΟΥΝΤΗ

Στο Κτήμα Φουντή δεν έχει κανείς αμφιβολία για τη δυναμική παρουσία της νέας γενιάς. Οση ώρα συζητάμε με τον Νίκο Φουντή και την κόρη του Γεωργία, μπαινοβγαίνουν γαμπροί και κόρες, όλοι αναπόσπαστο κομμάτι του κτήματος. «Οι γαμπροί μου με εκτιμούν περισσότερο από τις κόρες μου», μας λέει χαριτολογώντας ο κ. Φουντής, ο οποίος ξεκίνησε το οινοποιείο το 1992 αρχικά ως χόμπι, αφού η βασική του ενασχόληση ήταν μέχρι τότε η καλλιέργεια ροδάκινου και μήλου. Έκτοτε το κτήμα, το οποίο παράγει κυρίως Ξινόμαυρο, μεγάλωσε, τα κτήματα μετατράπηκαν σε αμπέλια, η παραγωγή από τις 2.500 φιάλες έφτασε τις 80.000 και εξελίχθηκε σε μια προσοδοφόρο οικογενειακή επιχείρηση. Η κόρη του Γεωργία ξεκίνησε να δουλεύει στο κτήμα το 2003 και, έχοντας σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων, ασχολείται σήμερα πιο πολύ με το οικονομικό κομμάτι. Διαφορές μεταξύ τους δεν υπάρχουν, αφού όλοι συμφωνούν ότι η οινοποίηση είναι μία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το Ξινόμαυρο. «Η φιλοσοφία του οινοποιείου, την οποία συνεχίζουμε κι εμείς, είναι ότι το Ξινόμαυρο προορίζεται για παλαίωση, οπότε ακολουθούμε την κλασική μέθοδο οινοποίησης», υποστηρίζει η Γεωργία. Τόσο η Νάουσα όσο και το Κτήμα Φουντή είναι κρασιά που προορίζονται για παλαίωση, γεγονός που έχει εκτιμηθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και στη διεθνή αγορά. «Αυτήν τη στιγμή έχουμε κρασί του ’96 το οποίο έχει άλλα έξι-επτά χρόνια περιθώριο τουλάχιστον», τονίζει ο κ. Φουντής. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από κοινού, υπό την καθοδήγηση του οινολόγου του κτήματος και ανιψιού του κ. Φουντή, Δημήτρη Ζιάννη, ο οποίος σπούδασε Οινολογία στη Γαλλία. Στόχος της Γεωργίας είναι να φυτευτούν κι άλλα αμπέλια, χωρίς ωστόσο να χαθεί ο έλεγχος, να μην ξεφύγουν σε ποσότητα εις βάρος της ποιότητας. «Αν δεν έχεις καλή πρώτη ύλη, όσο καλά μηχανήματα, όσο καλό οινολόγο κι αν έχεις, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι ποιοτικό», συμφωνεί ο πατέρας της.

ΚΤΗΜΑ ΔΑΛΑΜΑΡΑ

Λίγο πριν κλείσει τα 30, ο Κωστής Δαλαμάρας έχει ήδη από το 2011 αναλάβει τα ηνία του Κτήματος Δαλαμάρα από τον πατέρα του. Έκτακτες συνθήκες εμπόδισαν τον Γιάννη Δαλαμάρα να παρευρεθεί στη συζήτησή μας, η απάντηση όμως στο ερώτημά μας για το ποια είναι η σχέση μεταξύ των δύο γενεών είναι απολύτως ξεκάθαρη. Έχει παραχωρήσει πλήρως την ευθύνη στον γιο του και ο ίδιος ασχολείται πια αποκλειστικά με το αμπέλι. Με σπουδές Οινολογίας και Αμπελουργίας στην Beaune της Βουργουνδίας, ο Κωστής συνεχίζει μια παράδοση 150 ετών, αφού το κτήμα ξεκίνησε το 1840, παίρνοντας τη σημερινή του μορφή το 1990. Με την επιστροφή του Κωστή από τη Γαλλία, άρχισε η εφαρμογή νέων τεχνικών οινοποίησης και δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στο αμπέλι και κυρίως στον τρύγο. «Όποιος έρχεται να κάνει εδώ τρύγο δεινοπαθεί», μας λέει γελώντας. Στόχος του είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος στο κτήμα και η πλήρης κατάργηση των σκευασμάτων, ακόμη και των βιολογικών. Επηρεασμένος από το κίνημα για την παραγωγή φυσικών οίνων, που γνώρισε από κοντά στην Αλσατία και την Καταλονία της Ισπανίας, ο Κωστής Δαλαμάρας είναι αποφασισμένος να συνεχίσει να δίνει έμφαση στην παραγωγή ποιοτικών κρασιών, «κρασιών που ικανοποιούν πρώτα εμάς, όχι τις αγορές». Το Ξινόμαυρο είναι η βασική ποικιλία του κτήματος, με τον «Παλιοκαλιά» να αποτελεί τη ναυαρχίδα ανάμεσα στις ετικέτες που παράγονται. Φιλοδοξεί να φθάσει στις 50.000 φιάλες ετησίως από τις 30.000 που παράγονται σήμερα, αλλά όχι παραπάνω, καθώς αυτό θα είχε επιπτώσεις στην ποιότητα. Ως νέος άνθρωπος, όμως, έχει ήδη απογοητευθεί από την πολιτεία, που όχι μόνο δεν στηρίζει, αλλά δημιουργεί επιπλέον δυσκολίες στους οινοπαραγωγούς με αποφάσεις όπως η πρόσφατη για τη θέσπιση φόρου, η εφαρμογή της οποίας αποτελεί «μνημείο ανικανότητας», όπως χαρακτηριστικά λέει.

 

ΚΤΗΜΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ

Η ομορφιά και ο δυναμισμός της Νανάς Χρυσοχόου μάς άφησαν άναυδες, αφού με τεράστια ευκολία -ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε- τα έβγαζε πέρα με ένα μωρό δύο μηνών, έκανε μετρήσεις για θειώδη και μιλούσε σε δύο ενοχλητικές δημοσιογράφους από την Αθήνα.

Το 1977 ο Κείμης Χρυσοχόου παντρεύεται την Μπέττυ και ξεκινούν μαζί την ιστορία του Κτήματος Χρυσοχόου. Την παράδοση και το μεράκι των γονιών συνεχίζουν σήμερα τα τρία παιδιά: η Κατερίνα, που σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων, η Νανά, απόφοιτος ΤΕΙ Λογιστικής και σχολής Αμπελουργίας και Οινολογίας (Ιταλία), καιο Γιάννης που εργάζεται σε διάφορα τμήματα του κτήματος . Το οινοποιείο είναι χτισμένο σε απόλυτο παραδοσιακό στυλ. Κάνοντας μια μικρή ξενάγηση στους χώρους του, συναντάμε την αίθουσα παραγωγής και εμφιάλωσης των παραγόμενων οίνων,συνεχίζουμε σε μια ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα γευσιγνωσίας κρασιού και καταλήγουμε σε μια εξαιρετική συλλογή της οικογένειας από αντικείμενα σχετικά με το κρασί, όπως καράφες, ανοιχτήρια, ποτήρια κ.τ.λ.Σ’ έναν κλειστό και ελάχιστα φωτισμένο χώρο διατηρούνται φιάλες οίνου που παράχθηκαν από το 1960 κι έπειτα και αποτελούν κειμήλια της εταιρείας, ενώ από τις εγκαταστάσεις του οινοποιείου δεν θα μπορούσε να λείπει το «ΚΕΛΑΡΙ», ένας ολοκαίνουργιος χώρος που συνδυάζει τη μαγεία της πέτρας μ’ αυτήν του ξύλου. Η Νανά Χρυσοχόου, μεταξύ άλλων, είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τον τομέα παραγωγής και οινοποίησης, το λογιστήριο και τις συμφωνίες με τους πελάτες.

«Οι γονείς μου δεν παρεμβαίνουν ποτέ στις δικές μου αρμοδιότητες, έχουν παραδώσει τα ηνία και ο ρόλος τους είναι πλέον συμβουλευτικός. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, καθώς τα πράγματα έχουν αλλάξει τόσο πολύ στην οινοποίηση, που δεν έχουν πλέον την απαραίτητη γνώση. Η πείρα τους, όμως, είναι πολύτιμη και φαίνεται όταν δοκιμάζουμε ένα καινούργιο κρασί».

Το μέλλον όμως πιο είναι;«Παραφέραμε ξένες ποικιλίες», λέει η Νανά Χρυσοχόου. «Καλύτερα τώρα να δώσουμε έμφαση στις γηγενείς». Τα πράγματα δεν είναι εύκολα με την κρίση στην Ελλάδα, αλλά υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από το εξωτερικό, όπου και εξάγουν το 20% της παραγωγής τους. Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα, Βέλγιο, Αγγλία, Πολωνία Κύπρος, Λουξεμβούργο απολαμβάνουν κρασί από τη Νάουσα, με την υπογραφή του Κτήματος Χρυσοχόου.

ΚΤΗΜΑ ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ

Φυσούσε πολύ. Μια καρυδιά έπεσε και αποκαλύφθηκε η ιστορική Σχολή του Αριστοτέλη στη Νάουσα, όπου ο Μέγας Αλέξανδρος μαθήτευσε για περίπου δύο χρόνια, μεταξύ 343 και 340 π.Χ. Το κτήμα ανήκε στην οικογένεια Διαμαντάκου και με τα χρήματα της αποζημίωσης αγοράστηκαν τα αμπέλια που τώρα δίνουν δύο εξαιρετικά κρασιά, τη Νάουσα -από τη γνωστή ξινόμαυρη ποικιλία- αλλά και το λευκό Πρεκνάδι – από το «πρεκνιάρης», που σημαίνει «φακιδιάρης», από τα μαύρα στίγματα που έχει η ρώγα.

Το Πρεκνάδι δίνει κρασιά έντονα αρωματικά, μικρής έως μέσης οξύτητας και υψηλού αλκοολικού τίτλου, ενώ το εμφιαλώνουν ως μονοποικιλιακό, καθώς τα χαρακτηριστικά του είναι πολύ ιδιαίτερα. Το Οινοποιείο του Κτήματος Διαμαντάκου βρίσκεται στην καρδιά του αμπελώνα. Περιλαμβάνει χώρους παραγωγής, εμφιάλωσης και φύλαξης των οίνων, εξοπλισμένους με σύγχρονα τεχνολογικά μηχανήματα.Ο Γιώργος Διαμαντάκος -ο οποίος σπούδασε Οινολογία και έκανε μεταπτυχιακό στην αμπελουργία- μας μιλάει με πάθος για τη δουλειά του αλλά και για τη σχέση με τον πατέρα του.

«Στην αρχή υπήρχε ένταση με τον πατέρα μου, καθώς οι αλλαγές της νέας γενιάς πάντα προκαλούν τριβές – κάτι θα κάνω, κάτι θα πει. Οι παλιοί σαν να θέλουν να κουράζονται. Δουλεύουν πολύ και όχι έξυπνα, επίσης φόρτωναν πολύ το αμπέλι». Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει στο Κτήμα Διαμαντάκου, το οποίο διαθέτει και αποστακτήριο τσίπουρου. Έμφαση δίνεται στο αμπέλι, το οποίο αφήνουν να δουλεύει χαμηλά, μειώνοντας τη στρεμματική απόδοση, ενώ ο τρύγος γίνεται με βάση την ωριμότητα στο κουκούτσι και χρησιμοποιούνται μοντέρνες μέθοδοι οινοποίησης.

«Στόχος μας είναι να βγάζουμε εξαιρετικά κρασιά. Εμείς θέλουμε να μιλάει η γη, το αμπέλι. Κάθε χρονιά είναι διαφορετική και αυτό είναι το ωραίο, μετά ας βάλει ο καθένας το χαρακτήρα του με δεξαμενές και εκχυλίσεις», λέει ο Γιώργος, που αυτή την περίοδο ανακαινίζει το οινοποιείο. Τα επόμενα χρόνια δεν θέλουν να αυξήσουν την παραγωγή, αλλά να ανεβάσουν την ποιότητα και, γιατί όχι, να φύγει ένα κρασί με την υπογραφή τους που να φθάνει τα 30 ή 40 ευρώ, όπως τα ιταλικά.

ΚΤΗΜΑ ΧΑΤΖΗΒΑΡΥΤΗ

Το μήλο κάτω από τη μηλιά… Στην περίπτωση της Χλόης Χατζηβαρύτη τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Η αγάπη του πατέρα της, Βαγγέλη, για το κρασί δεν ήταν δυνατόν να μην περάσει στην επόμενη γενιά. Με σπουδές Γεωπονίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μεταπτυχιακά στην Οινολογία και την Αμπελουργία, η 27χρονη Χλόη ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο -αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο Marlborough της Νέας Ζηλανδίας για τον τρύγο- συλλέγοντας εμπειρίες και γνώση, προτού αποφασίσει να εγκατασταθεί μόνιμα στον οικογενειακό αμπελώνα, στη Γουμένισσα του Κιλκίς. Επιθυμία της είναι να ταξιδέψει στις μεγαλύτερες οινοπαραγωγούς περιοχές του κόσμου, να μελετήσει τα διαφορετικά στυλ κρασιού, τα terroir, τις τεχνικές οινοποίησης, να καταλάβει ποιος είναι ο ανταγωνισμός. Όμως στο μυαλό της βρίσκεται ήδη διαμορφωμένος ο στόχος της για το κτήμα. Για τη Χλόη η βιοδυναμική καλλιέργεια είναι μονόδρομος και αποτελεί για την ίδια τη μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον. «Πρέπει να υιοθετούμε πρακτικές που βοηθούν την καλλιέργεια, δεν επιτίθενται σε αυτήν», υποστηρίζει.

«Πρέπει να πείσουμε την προηγούμενη γενιά ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει ως προς την αντιμετώπιση των καλλιεργειών». Ο αμπελώνας του κτήματος, ο οποίος σήμερα αποτελείται από 120 στρέμματα, ήταν εξαρχής βιολογικός, αφού και ο Βαγγέλης Χατζηβαρύτης έδωσε από την πρώτη στιγμή έμφαση στην ποιότητα του σταφυλιού, τη γονιμότητα του εδάφους και την προστασία του περιβάλλοντος. Ο πατέρας της την εμπιστεύεται, στηρίζει πολύ την επιθυμία της να ταξιδέψει, είναι ανοικτός στις αλλαγές. Η ιδέα της βιοδυναμικής καλλιέργειας τον βρίσκει σύμφωνο, ο ίδιος όμως θεωρεί ότι θα πρέπει να γίνει σιγά σιγά. Οι προκλήσεις της νέας γενιάς οινοποιών; Είναι πολλές, καθώς είναι αναγκασμένη να κινηθεί μέσα σε ένα οικονομικά δύσκολο περιβάλλον. «Το ελληνικό κρασί πρέπει να αποκτήσει εξωστρέφεια». Στη Γαλλία, όπου σπούδαζε, το ελληνικό κρασί ήταν ο μεγάλος απών, ενώ συχνά αντιμετώπιζε και την ειρωνική στάση των Γάλλων. «Καλά, εσείς βγάζετε ρετσίνα, γιατί θέλεις να γίνεις οινολόγος;» Σε ένα πράγμα πάντως η Χλόη συμφωνεί απόλυτα με τον πατέρα της, ότι το μέλλον του ελληνικού κρασιού βρίσκεται στις γηγενείς ποικιλίες. Το Κτήμα Χατζηβαρύτη εστιάζει την προσοχή του στις ελληνικές ποικιλίες Ξινόμαυρο, Νεγκόσκα, Ροδίτη και Ασύρτικο.

Θάλεια Καρτάλη – Πηνελόπη Κατσάτου