“Ο τρύγος που δεν θα ξεχάσω ποτέ”…

Tρύγος. Όποιον οινοποιό και να ρωτήσεις, όλοι έχουν να διηγηθούν μια ιστορία. Και παρά την πίεση της δουλειάς αυτή την περίοδο, βρήκαν τον χρόνο να τη μοιραστούν μαζί μας. «Οι τρύγοι είναι σαν τους έρωτες, φυσικά ο πρώτος είναι και ο αξέχαστος!» μας απάντησε ο οινολόγος και συνιδιοκτήτης της Γαίας, Γιάννης Παρασκευόπουλος, όταν ζητήσαμε να μας περιγράψει τον πιο αξέχαστο τρύγο του, ενώ η Κοραλία Γκέρτσου-Pignateli, η Eλληνίδα principessa της Toσκάνης, μας ταξίδεψε πίσω στους τρύγους της δεκαετίας του ’80, μιας άλλης εποχής όπου όλα ήταν διαφορετικά. Ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου θυμήθηκε τις καλλίγραμμες Πολωνές που τρυγούσαν με μπικίνι για να μαυρίσουν, ενώ ο Παναγιώτης Κυριακίδης μάς μίλησε για τον πρώτο του τρύγο στο Κτήμα Παυλίδη. Η Μελίνα Τάσσου από το Κτήμα Κίκονες μας ταξίδεψε στη μακρινή Αυστραλία και ο Στέλλιος Μπουτάρης από το Κτήμα Κυρ-Γιάννη μοιράστηκε μαζί μας την εμπειρία του από την επιστροφή του στη Σαντορίνη, μιας και αυτή σηματοδοτεί μια νέα αρχή στο νησί για τον ίδιο, αυτή τη φορά στο Κτήμα Σιγάλα. 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  ΚΤΗΜΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έχοντας ζήσει περισσότερους από 45 τρύγους, ξέρω πολύ καλά ότι κάθε χρονιά είναι ξεχωριστή και έχει να αφηγηθεί πολλές ιστορίες και απρόοπτα. Ωστόσο, ποτέ δεν θα ξεχάσω τον τρύγο του 1987.Τα πρώτα χρόνια στο Κτήμα, δεν είχαμε κανέναν έμμισθο εργάτη, ούτε στο αμπέλι ούτε και στο μικρό, τότε, οινοποιείο. Όλες οι εργασίες γίνονταν από εμένα και τη μητέρα μου, ενώ στον τρύγο βοηθούσαν φίλοι και συγγενείς, δικοί μου και της γυναίκας μου. Το 1987, όταν πλέον τα στρέμματα της Μαλαγουζιάς είχαν διπλασιαστεί, η δουλειά ήταν αυξημένη. Έπρεπε όμως να ολοκληρώσουμε τον τρύγο σε μία ημέρα, συγκεκριμένα σε μία Κυριακή, που είχα το ρεπό μου από το Πόρτο Καρράς. Βάλθηκα λοιπόν να βρω άμεσα τρυγητές, ώστε να τελειώσουμε αυθημερόν το μάζεμα. Κάποιος γνωστός μου, που είχε το περίπτερο στην παραλία της Επανομής, με ενημέρωσε πως ένα γκρουπ Πολωνών που παραθέριζε στην περιοχή έψαχνε για μεροκάματο. Έτσι, το πρωί της Κυριακής, μετά από συνεννόηση, καταφθάνουν στο αμπέλι επτά Πολωνές και δύο Πολωνοί – αργότερα μάθαμε πως ήταν γιατροί– καλοντυμένοι και στολισμένοι, για να μας βοηθήσουν. Ξεκινάμε λοιπόν και κατά τις δέκα με φωνάζει χαμογελαστός ένας φίλος μου και τι να δω: οι καλλίγραμμες Πολωνές τρυγούσαν με μπικίνι, για να μαυρίσουν! Μπορεί η δουλειά να πήγε λίγο πιο αργά, αλλά ο τρύγος ήταν ποιοτικός και με στιλ. Τελικά, λυπηθήκαμε που κράτησε μόνο μία ημέρα! 

ΚΟΡΑΛΙΑ ΓΚΕΡΤΣΟΥ- PIGNATELI CASTELL’in VILLA

Ο πρώτος επίσημος τρύγος του Κτήματος ήταν το μακρινό 1971, αν και η ημερομηνία-κλειδί ήταν το 1985, όταν μετά την απώλεια του συζύγου μου αποφάσισα να εγκατασταθώ και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στο Κτήμα και στη λειτουργία του. Δεν θυμάμαι έναν συγκεκριμένο τρύγο, αλλά εικόνες που έχουν μείνει στη μνήμη μου και έρχονται, καθώς και το συναίσθημα. Στην αρχή πάντα ξεκινάς με αγωνία, αλλά και συγκίνηση που τελειώνει η χρονιά, και μετά όταν όλα έχουν τελειώσει, χορεύεις.Κάπου στη δεκαετία του ’80 θυμάμαι να βρέχει ασταμάτητα και εμείς με αδιάβροχα και γαλότσες να παλεύουμε μέσα στην καταρρακτώδη βροχή. Πάντα ο καιρός ήταν αυτός που έπαιζε ρόλο. Αυτός καθορίζει αν θα έχουμε καλό τρύγο. Και οι ημερομηνίες, όμως, αλλάζουν όσο περνούν τα χρόνια. Ο τρύγος που ξεκινούσε τον Οκτώβρη τώρα ξεκινά 10-14 Σεπτεμβρίου. Αλλά και ο κόσμος, οι εργάτες που έρχονταν να βοηθήσουν, έχουν αλλάξει. Παλιά, νέα παιδιά, κυρίως φοιτητές, ήταν αυτοί που βοηθούσαν. Μια γιορτή στηνόταν, με κιθάρες, τραγούδια, φαγητό. Οι γυναίκες ειδικά ήταν καταπληκτικές! Δούλευαν και ταυτόχρονα μιλούσαν, τραγουδούσαν, και όλοι μαζί ζούσαμε ονειρεμένες στιγμές. Επί δεκαπέντε ημέρες το Κτήμα γιόρταζε, με κόσμο να πηγαινοέρχεται, χρώματα, φωνές, τραγούδια και χαρές. Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει. Εδώ και αρκετό καιρό, μόνο μετανάστες έρχονται να βοηθήσουν, άνθρωποι που δυσκολεύονται. Πώς να χαίρονται αυτό που κάνουν; Και όσο τα πράγματα χειροτερεύουν, όπως αυτό που ζούμε με τον κορωνοϊό φέτος, ούτε αυτοί μπορούν να έρθουν, αφού δεν επιτρέπεται. 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΓΑΙΑ

Πρωταπριλιά του 1998. Μόλις είχα απολυθεί από το Ναυτικό (ετών 29!) και το μόνο που είχα στα μπαγκάζια μου ήταν ένας τίτλος διδάκτορα Οινολογίας από το Πανεπιστήμιο του Μπορντό. Χαμένος ανάμεσα στην προσαρμογή μου (μέσω Π. Ν.*) στην ελληνική πραγματικότητα, μετά από πέντε χρόνια κλεισμένος σε ένα γαλλικό πανεπιστήμιο, και στην αβεβαιότητα για το μέλλον μου, «απήχθην» κυριολεκτικά από τον έναν, από αυτόν που έμελλε να γίνει ο μέντοράς μου, από τον Γιάννη Μπουτάρη αυτοπροσώπως, και φυσικά δέχθηκα αυτό που μου προσέφερε: οινολόγος, υπεύθυνος παραγωγής στο νεότατο οινοποιείο του στη Σαντορίνη και στο ανύπαρκτο οινοποιείο του στη Νεμέα. Ευτυχής, αποβιβάστηκα στη Σαντορίνη, τόπο λατρείας από το 1974. Τη γνώριζα σε βάθος ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Πού να ’ξερα ο δυστυχής… Με υποδέχθηκε με ύφος βλοσυρού υπολοχαγού ο μετέπειτα κολλητός Γιάννης Κουλελής. Tα χέρια στη μέση, σε στάση ημιανάπαυσης, καπέλο Jockey και κατάμαυρα Ray-Ban Aviation έκρυβαν τα μπλε του μάτια. Ψάρωσα για τα καλά. Και πριν το καταλάβω, το κακό ξεκίνησε. Και όλοι τρέχαμε πανικόβλητοι.. Ορδές Σαντορινιών αγωγιατών, μιλώντας μουλαράδικα, προσπαθούσαν να τιθασεύσουν τα άπειρα μουλάρια τους, τα φορτωμένα με κοφίνια λυγαριάς, που ξεχείλιζαν από χρυσοκίτρινα Ασύρτικα, και να τα κάνουν να σταθούν πειθήνια πάνω στη ζυγαριά μας… (ναι, καλά… καλή τύχη με αυτό!), πιεστήρια ξεχείλιζαν, o μούστος γέμιζε δεξαμενές μικρές και μεγάλες, ντόπιοι ηλεκτρολόγοι προσπαθούσαν να διαβάσουν τα manuals των μοντέρνων γερμανικών μας υπερμηχανημάτων, κρατώντας τα ανάποδα… Φωνές και αντάρα. Κόλαση; Γλέντι; Οργασμός δημιουργίας; Άγνοια κινδύνου; Όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως…Και εγώ, ο γραμματισμένος διδάκτορας, είχα κάνει τι; Τη μετάβαση; Την υπέρβαση; Κι εγώ δεν ξέρω τι είχα κάνει. Από το ασηπτικό περιβάλλον του εργαστηρίου του γαλλικού πανεπιστημίου στην πραγματικότητα ενός ελληνικού τρύγου! Με τα σημερινά δεδομένα ήμασταν άσχετοι, τουλάχιστον εγώ ήμουν πανάσχετος! Και πώς να μην είσαι; Το πανεπιστήμιο –και μιλώ πλέον με το ακαδημαϊκό μου καπέλο– θα σου δώσει τη σφαιρική εικόνα του science και κυρίως μια μεθοδολογία σκέψης. Δεν θα σου μάθει να δοκιμάζεις ρώγες Ασύρτικου στο αμπέλι και να «βλέπεις» μέσα από αυτές το κρασί που θα γεννηθεί σε μερικούς μήνες και μέσα από αυτό να πάρεις αποφάσεις καθοριστικές και αμετάκλητες. Ή ακόμα ακόμα δεν σου μαθαίνει τι να κάνεις όταν ένα τριφασικό μοτέρ γυρίζει ανάποδα στις τρεις τη νύχτα, για να πω το πλέον ανώδυνο από αυτά που έμελλε και έπρεπε να αντιμετωπίσω…Και δίπλα στην ασχετοσύνη προστέθηκε το βαρύ αίσθημα της ευθύνης. Τι προσμένουν από σένα, τι μπορείς να παραδώσεις και πώς δεν θα προδώσεις την εμπιστοσύνη που σου έδειξαν… Μεγάλωσα απότομα!

Eικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης
ΣΤΕΛΛΙΟΣ ΜΠΟΥΤΑΡΗΣ ΚΤΗΜΑ ΣΙΓΑΛΑ

Είμαι τυχερός. Για άλλη μια φορά στη ζωή μου, τα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν. Ύστερα από τριάντα ένα χρόνια, επέστρεψα «στον τόπο του εγκλήματος» και έκανα τρύγο στη Σαντορίνη. Στο Μεγαλοχώρι, στο νέο οινοποιείο Μπουτάρη, με έστειλε ο πατέρας μου όσο ήμουν ακόμα φοιτητής, για να πάρω το βάπτισμα του πυρός. Φέτος, υπό άλλες συνθήκες, στην Οία, στο Κτήμα Σιγάλα. Ως leader τότε, ως underdog τώρα. Είμαι τυχερός, γιατί είχαμε «σταφυλιά». Τα σταφύλια φέτος, λόγω των θετικών κλιματολογικών συνθηκών όλη τη χρονιά, περίσσεψαν, μετά από τρεις ελλειμματικές χρονιές. Όλοι οι παραγωγοί γέμισαν τις δεξαμενές τους, τα βαρέλια τους, τα πιθάρια τους με ώριμα και καθαρά σταφύλια. Σε πολλές πεζούλες απλώθηκαν σταφύλια για Vinsanto, απόδειξη ότι τα αμπέλια έδωσαν καρπό. Μας προβλημάτισε η χαμηλή οξύτητα στην αρχή, όσο όμως τρυγούσαμε τις όψιμες περιοχές του Ημεροβιγλίου και του Πύργου, ηρεμούσαμε.

Ήταν μια καλή χρονιά σε όλα τα επίπεδα και φάνηκε από την αρχή. Βλέπω πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και προσπαθώ μέσα από τις δυσκολίες να βρω κάτι θετικό. Όλα ξεκίνησαν από την καραντίνα. Όλη την άνοιξη, στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε τον Σύνδεσμο των Οινοποιών Σαντορίνης, βρισκόμασταν διαδικτυακά κάθε Πέμπτη. Ως αποτέλεσμα, γνωριστήκαμε καλύτερα, αφουγκραστήκαμε τις ανάγκες μας και δημιουργήσαμε ένα κλίμα συνεργασίας και ομαδικότητας, που θέτει τις βάσεις για την επόμενη μέρα και φάνηκε και στον τρύγο. Οι ποσότητες απορροφήθηκαν, οι τιμές σταθεροποιήθηκαν, ο τρύγος κύλησε ομαλά. Μέσα σε όλα, όμως, στενοχωρήθηκα πολύ. Η Σαντορίνη, ως παγκόσμιο μοναδικό αμπελοτόπι, έχει βρει τη θέση της στον οινικό χάρτη. Εμπορικά, τα κρασιά διατίθενται παγκοσμίως, μια που τόσο ο χαρακτήρας των κρασιών όσο και το brand name έχουν αποκατασταθεί και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ο αμπελώνας όμως; Τι θα γίνει σε μερικά χρόνια, αφού η συρρίκνωσή του είναι δεδομένη, η ηλικία των φυτών πολύ προχωρημένη και η καλλιέργεια προβληματική; Δυστυχώς, τίποτα δεν άλλαξε τα τελευταία τριάντα χρόνια, με εξαίρεση τη δουλειά που έχουν κάνει κάποιες οινοποιίες και ελάχιστοι αμπελουργοί. Η ποιότητα των σταφυλιών δεν έχει πραγματικά βελτιωθεί, όπως σε τόσες περιοχές ανά την Ελλάδα. Κύριο μέλημά μου, όπως και όλων των οινοποιών της Σαντορίνης, είναι η αποκατάσταση του σαντορινιού αμπελώνα. Τα εργαλεία τα ξέρουμε και μας τα δίνουν απλόχερα το κράτος και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημιουργία ομάδας παραγωγών, η εκμετάλλευση της αναδιάρθρωσης, η δημιουργία τοπικού φυτωρίου με υγιή φυτά, ο ορισμός της αμπελουργικής χρήσης γης, προκειμένου να αποφύγουμε την τσιμεντοποίηση όλου του αμπελώνα, είναι όλα μέτρα και πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρει ο Σύνδεσμος Οινοποιών, τα οποία, σε συνδυασμό με ένα συντονισμένο πρόγραμμα προώθησης για τη στήριξη του brand name Wines of Santorini, θα δώσουν στην αγαπημένη μας Σαντορίνη τη θέση που της αξίζει στο παγκόσμιο οινικό στερέωμα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΚΤΗΜΑ ΠΑΥΛΙΔΗ

Ένας ξεχωριστός για μένα τρύγος ήταν αυτός του 2015. Πρώτη χρονιά στο Κτήμα Παυλίδη, υψηλές προσδοκίες και πολύ άγχος για την άγνωστη κατάσταση που θα έπρεπε να αντιμετωπίσω. Ο καιρός ήταν σύμμαχός μας. Αρκετές βροχοπτώσεις την άνοιξη, ήπιες θερμοκρασίες το καλοκαίρι, λίγο υψηλότερες κατά τη διάρκεια του τρύγου. Τα σταφύλια οδηγήθηκαν στην τράπεζα διαλογής, αλλά πραγματικά δεν ήταν απαραίτητο. Μικρά διαμάντια περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου. Εξαιρετικό σταφύλι, πολύ αρωματικό. Όλο το οινοποιείο μύριζε φρούτα ώριμα, άγουρα, λευκόσαρκα, φρούτα εποχής, εξωτικά κ.ά. Όλα έδειχναν υπέροχα. Τα ερυθρά σταφύλια ήρθαν ομοίως υπέροχα, σαν χάντρες, με πλούσιο χρώμα και άρωμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το χρώμα του κρασιού ήταν ήδη σκούρο από τη δεύτερη κιόλας ημέρα ζύμωσης! Είχαμε μια πολύ καλή φαινολική ωριμότητα, εύκολα εκχυλίσιμες τανίνες, μαλακές, και πολύ ωραίο, φρουτώδη χαρακτήρα. Όλα κύλησαν ομαλά και το τελικό αποτέλεσμα ήταν αντάξιο της πρώτης ύλης που παραλάβαμε, όπως μαρτυρούν και οι διακρίσεις των κρασιών στους διάφορους διαγωνισμούς όπου δοκιμάστηκαν.

ΜΕΛΙΝΑ ΤΑΣΣΟΥ ΚΙΚΟΝΕΣ

Μόλις μου είπαν τον τίτλο του άρθρου, χαμογέλασα. Τη βρήκα πολύ όμορφη ιδέα και μια ευκαιρία να ξαναθυμηθώ τα παλιά. Επισήμως έχω κάνει τέσσερις τρύγους στο εξωτερικό μέχρι σήμερα και είναι αρκετά δύσκολο να διαλέξω, γιατί όλοι, με τη δική τους έννοια, ήταν αξέχαστοι. Αλλά λόγω της εξωτικής χροιάς της Αυστραλίας στο σύνολο της εμπειρίας, λέω να αφήσω τους τρύγους σε Μπορντό και Βουργουνδία για μια άλλη φορά. Αυστραλία λοιπόν: Ενώ έκανα τρύγο στη Βουργουνδία το 2003 και σε μια εποχή που τα κινητά μας δεν είχαν φωτογραφική μηχανή, πολύ περισσότερο δεν είχαν GPS, συνεννοήθηκα αποκλειστικά μέσω e-mail (ακόμη και για την εργατική βίζα) και κανόνισα να πάω για έναν τρύγο στο Brown Brothers στη Βικτώρια. Έφυγα από το σπίτι μου στην Κομοτηνή τον Φεβρουάριο του 2004 και δεν θα ξεχάσω ότι ο πατέρας μου έκλαιγε, γιατί πίστευε ότι ίσως δεν θα με ξαναδεί ποτέ! Και η αλήθεια είναι ότι καλά έκανε, γιατί ήμουν ικανή να μην ξαναγυρίσω… Τελικά, όμως, σχεδόν τρεις μήνες μετά επέστρεψα και ξεκινήσαμε τους Κίκονες. Μου φάνηκαν όλα τόσο διαφορετικά και τόσο καινούργια. Είναι φυσικά διαφορετικός ακόμη και ο ουρανός. Ο μόνος αστερισμός που αναγνώριζα ήταν ο Σταυρός του Νότου. Χάθηκαν όλες οι σταθερές. Οι Αυστραλοί με υποδέχθηκαν με φιλική διάθεση – για να τους χαρακτηρίσω όσο καλύτερα μπορούσα, έλεγα ότι ήταν σαν Βρετανοί που τους χτύπησε ο ήλιος. Είχαν την οργάνωση των Άγγλων, αλλά τη χαλαρότητα των Ελλήνων. Φιλικοί, χαλαροί, στο τέλος της ημέρας πίναμε μπίρες! VB, δηλαδή Victoria Beer, την οποία όμως έλεγαν όλοι Vitamin B! Το κλίμα ήταν ακριβώς όπως στην Ελλάδα, ζέστη Αυγούστου, σχεδόν καύσωνας, Φεβρουάριο μήνα. Γι’ αυτό και το αμπέλι μας στους Κίκονες είναι με το αυστραλέζικο σύστημα διαμόρφωσης VSP, γιατί ταιριάζει απόλυτα με το κλίμα μας στην Ελλάδα (σε αντίθεση με όλα αυτά που μας μάθαιναν στη σχολή οινολογίας του Μπορντό και τα οποία ως γεωπόνος δεν μου φαινόταν να ταιριάζουν στο ελληνικό κλίμα, αλλά μόνο στο ανήλιο γαλλικό). Ένα από τα πιο βασικά πράγματα που έμαθα στην Αυστραλία είναι πως, όσες ώρες κι αν δουλέψεις στον τρύγο κι όσο κουρασμένος κι αν είσαι, δεν υπάρχει λόγος να χάνεις το κέφι σου. Όπως έλεγε κι ο Αυστραλός winemaker φίλος μου, ο Mark Soccio, που με πηγαινοέφερνε κάθε μέρα στο οινοποιείο… βάρδια 15.00-23.00, που τραβούσε πάντα έως τη 1 το πρωί: «That was great, Mel! Let’s do it again tomorrow!». g